ΚΥΚΛΑΔΙΤΙΚΟΙ ΝΤΟΥΜΠΛΕΔΕΣ

«ὑγίειάν τε γὰρ τοῖς σώμασι παρασκευάζει καὶ ὁρᾶν καὶ ἀκούειν μᾶλλον, γηράσκειν δὲ ἧττον»

"Η ασχολία με το κυνήγι φέρνει υγεία στο σώμα, οξύνει την όραση και την ακοή και επιβραδύνει τα γηρατειά"

Από το μεγαλειώδες έργο του ιστορικού Ξενοφώντα 430π.χ. - 354π.χ. "Κυνηγετικός" τον 5ο π.χ. αιώνα

Πέμπτη, 9 Σεπτεμβρίου 2010

Γεύσεις, θύμησες κι ονείρατα! Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Τύπος Κυνήγι στις 8/9/'10


Κάθε χρόνο τέτοιο καιρό είχα μια έντονη ανησυχία, ένα άγχος, μια προσμονή. Μέχρι στον ύπνο μου έβλεπα τρυγόνια να πεταρίζουν δεξιά κι αριστερά, να με κυκλώνουν. «Πάνω σου» μου φώναζαν από τα γύρω καρτέρια κι εγώ, λες και βρισκόμουν σε άλλη διάσταση, να μην μπορώ να κουνηθώ! Κάτι με κρατούσε και μου μείωνε τα αντανακλαστικά μου, κάτι μου χαλούσε το σημάδι (όχι ότι είμαι κι ο Τζόν Γουέην, άλλα λέμε τώρα!) και τα τρυγόνια έφευγαν, περνούσαν σαν βολίδες από μπροστά μου χωρίς κανένα να μου χαρίσει την ικανοποίηση της κάρπωσης. Μπουχός μόνο από τα σκάγια που έξυναν την πλάτη της διψασμένης γης του ξερόνησού μου. Ο ήχος του κλείστρου που ανοιγόκλεινε μπαινοβγάζοντας τα φυσέκια, σαν να έβγαινε από πηγάδι.

Το χάραμα με έβρισκε αποκαμωμένο στο κρεβάτι του πόνου, μούσκεμα στον ιδρώτα με τον ήχο από τις φτερούγες να αντηχεί ακόμα στα αυτιά μου κι αυτές οι χαμένες τουφεκιές, να με στοιχειώνουν όλη την υπόλοιπη μέρα. Σε απάντηση αυτής της χαμένης εξόδου που μου είχε προσφέρει ο Μορφέας, ως αντάλλαγμα της ολιγόωρης επίσκεψης μου στο Βασίλειο του, καθόμουν μετά με μανία και καθάριζα τα όπλα μου. Λες και ήθελα να βγάλω από πάνω τους την ντροπή της ακοπίας. Είχα τέτοιο μένος που η γυναίκα μου, μου έλεγε ανεβάζοντας κι άλλο τον πυρετό μου «Καλά είναι, έτσι που τα τρίβεις θα τα γδάρεις στο τέλος, καλοκαίρι είναι ακόμα!». Η λύσσα μου όσο περνούσαν οι μέρες ολοένα και μεγάλωνε, σαν τον κλέφτη έβγαζα το φλόμπερ στην βεράντα, τραβούσα στον αέρα και εκστασιασμένος ρουφούσα την μυρωδιά από την καμένη μπαρούτη μέσα από το μπρούτζινο φυσέκι και κοιτώντας τα μικρόπουλα που πετάριζαν στα ξινόδεντρα του κήπου μου, έπλαθα ιδανικά κυνήγια στο μυαλό μου, που κάλπαζε στις κακοτράχαλες πλαγιές.

Έσπρωχνε ο ήχος του ξεπετάγματος του τρυγονιού, τα χείλη μου να βγει αλαφιασμένος. Κι ύστερα, μια, δυο, τρεις ντουφεκιές στο κατόπι! Σήκωνα τα χέρια μου και καμωνόμουν ότι τράβαγα στα Απριλιάτικα που περνούσαν πάνω από την βεράντα του σπιτιού μου.
Ακόμα και το κολατσιό με το σταφύλι και το γιδοτύρι κι αυτό μου έφερνε θύμησες από κυνήγια πέρδικας στην Σίφνο. Πίνοντας νερό από την πηγή στις Βλιχάδες και ρουφώντας τα τσιγάρα το ένα πίσω από το άλλο οργανώναμε με την παρέα την επόμενη έξοδο, έχοντας απλωμένα τα ρούχα στον ήλιο για να στεγνώσουν από τον ίδρο. Οι μπόρες οι ξαφνικές την νύχτα, που μύριζε ο τόπος χώμα. Το κράξιμο από τους Τσικνιάδες και τους τρυγονοσύρτες που αντηχούσαν στον έναστρο ουρανό του Σεπτέμβρη και μ’ έκαναν ν’ ανατριχιάζω στην σκέψη ότι την επόμενη θα έχει πουλιά!

Το χτύπημα στο παντζούρι του παράθυρου μου από τον Αντώνη, που είχε βαρεθεί να περιμένει και έκανε αυτή την κίνηση με κίνδυνο εκτός από μένα να ξυπνήσει το «θηρίο» και να έχουμε γρίνιες τα χαράματα.
Για να φτάσεις όμως να μπορείς να ονειρεύεσαι και να θυμάσαι, πρέπει να έχεις όλα τα προβλήματα σου λυμένα ή τουλάχιστον να νομίζεις ότι μπορείς να τα λύσεις. Πέρασε ένας χειμώνας καταδεικνύοντας ότι το κυνήγι μας, έχει άλυτα πολλά και σοβαρά προβλήματα. Το βασικότερο απ’ όλα, είναι αυτό που όποιος θέλει μπορεί και αμφισβητεί τόσο την νομιμότητα της άσκησης του, όσο και την βιοποριστική εξάρτηση όλων αυτών που άμεσα ή έμμεσα έχουν απ’ αυτό. Καταλάβαμε ότι κάποιοι προσπαθούν να βάλουν στο «χέρι» το κυνήγι, να το καπηλευτούν, να το απομονώσουν. Να απογυμνώσουν την ύπαιθρο από τους φρουρούς της και καταλάβαμε ότι έχουν τον τρόπο να το κάνουν, με τις εκούσιες ευλογίες μας. Κάποιοι από εμάς, είδαν ολιγωρία από τους δικούς μας, τις Οργανώσεις μας. Καπάκι μας ήρθε η οικονομική κρίση! Μας έκανε να βλέπουμε στον ύπνο μας τον κ. Παπακωνσταντίνου με απλωμένο χέρι, να μας «ζητά» τις οικονομίες μας και να μας κόβει ότι είχαμε μπορέσει να κατακτήσουμε τόσα χρόνια.

Φέτος οι γεύσεις είναι ανούσιες, οι θύμησες θολές, μπερδεμένες και τα ονείρατα δεν έρχονται με τίποτα. Απόρροια των παραπάνω, τα όπλα μένουν στην βάση τους γεμάτα παράπονο και σκόνη. Διακοπή στην ρουτίνα της προσμονής τους είναι το άναμμα του σποτ που φωτίζει την βιτρίνα, έτσι, για να δω αν είναι όλα εκεί ή κάποιο βαρέθηκε και πήρε των οματιών του. Αλί, αλί και τρεις αλί και τρεις αλίμονό μας!

Έχω κι αυτόν, τον Παπαφλέσσα! Όχι αυτόν του ’21, έναν άλλον μοντέρνο, τεχνοκράτη. Έναν άξιο συνεχιστή του πρώτου, του original. Έναν που ξέρει μυστικά που καίνε. Έναν που όποτε του δίνεται η ευκαιρία δεν την αφήνει να πάει χαμένη κι αρχίζει το κήρυγμα και την πλύση εγκεφάλου. «Μην κάνεις πίσω Νικόλα, κανείς μην κάνει πίσω. Αν γυρίσουμε όλοι την πλάτη μας, θα μας φάει το μαύρο σκοτάδι. Αυτό θέλουν οι επιτήδειοι, όλοι αυτοί οι ξεδιάντροποι, οι δουλοπρεπείς. Όλοι μαζί για το κυνήγι, το κυνήγι μας. Γι’ αυτά που έχουμε αγαπήσει, γι’ αυτά που μας μεγάλωσαν και μας έκαναν καλούς ανθρώπους, τίμιους με καθαρό μέτωπο».
Να’ σε καλά ρε Παπαφλέσσα, κάθε φορά που σε ακούω γεμίζω ελπίδα και θάρρος. Εύχομαι να μπορέσει ο λόγος σου να μου φέρει πίσω τις γεύσεις, τις θύμησες και τα ονείρατα που μου έχουν λείψει, που σε όλους μας έχουν λείψει!