ΚΥΚΛΑΔΙΤΙΚΟΙ ΝΤΟΥΜΠΛΕΔΕΣ

«ὑγίειάν τε γὰρ τοῖς σώμασι παρασκευάζει καὶ ὁρᾶν καὶ ἀκούειν μᾶλλον, γηράσκειν δὲ ἧττον»

"Η ασχολία με το κυνήγι φέρνει υγεία στο σώμα, οξύνει την όραση και την ακοή και επιβραδύνει τα γηρατειά"

Από το μεγαλειώδες έργο του ιστορικού Ξενοφώντα 430π.χ. - 354π.χ. "Κυνηγετικός" τον 5ο π.χ. αιώνα

Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Ξένος για σένα.., μα όχι εχθρός.



Του Νίκου Βασάλου http://kaliakouda.blogspot.com

Η οικειοποίηση ενός τόπου με την πάροδο των χρόνων είναι κάτι που το αναγνωρίζει, υπό προϋποθέσεις, και η Δικαιοσύνη. Είναι επίσης η αιτία που συχνά στήνονται ομηρικοί, ανόητοι καυγάδες σε κυνηγοτόπια, συχνά, με δυσάρεστα αποτελέσματα. Τότε αναρωτιέται κανείς: Είναι αυτοί οι απόγονοι του ξένιου Δια;

Ο τόπος που λιώνω κάθε χρόνο αρβύλες και λίπος είναι ένας και τον επισκέπτομαι – εμπιστεύομαι για όλα τα κυνήγια, εκτός κάποιων μικρών παρασπονδιών αιτία και χατίρι της παρέας, η οποία την εποχή που τα τσιχλοκότσιφα «κατασκηνώνουν» στο νησί μας, προτιμά να τα υποδέχεται σε πιο πυκνόφυτη περιοχή.

Με την πάροδο των χρόνων, λοιπόν, ο κυνηγότοπος απέκτησε την κτητική αντωνυμία «μου». Φυσικά αυτό το «μου» βρίσκεται πάντα εντός εισαγωγικών και δεν το αφήνω ποτέ να ξεχειλίσει και να γίνει αιτία που θα αποδείξω σε κάποιον νεόφερτο τις ρίζες καταγωγής του DNA μου. Εξάλλου όλοι εκεί έξω είμαστε φιλοξενούμενοι και απολαμβάνουμε τις ολιγόωρες αποδράσεις μας, καταχραζόμενοι τα «οφέλη» της κρίσης ένα εκ των οποίων είναι το πάγωμα της οικοδομικής δραστηριότητας αλλιώς θα είχαμε αποχαιρετήσει το Φλασκάκι έτσι όπως το ξέρουμε, εδώ και καιρό.

Όπως ακριβώς έχει γίνει στο παρελθόν με άλλα μέρη, ασχέτως ότι κάποιοι δεν λένε να καταλάβουν ότι η χρήση γης πλέον άλλαξε και δεν είναι για κυνήγι, αλλά για γειτονιά, βεγγέρα και αγνάντεμα του ορίζοντα και ότι τα μπαμ μπουμ το μόνο που φέρνουν είναι δυσμενή σχόλια, γκρίνια και τίποτα άλλο. Με τι καρδιά όμως να κλείσεις τα μάτια και να γυρίσεις την πλάτη όταν ο πολιτισμός σου μαυρίζει την ψυχή. Ο νόμος είναι νόμος όμως και δεν γίνεται, δυστυχώς ή ευτυχώς, αλλιώς.

Φέτος από την πρώτη κιόλας μέρα, άρπαξα το απουσιολόγιο και η μαυρομύτα έπιασε δουλειά. Για στάσου όμως, αυτός με το πράσινο μπλουζάκι, το πορτοκαλί καπέλο, την σφυρίχτρα και το ασπροκαφέ Σέτερ ποιος είναι; Βρε δεν είναι δικός μας αυτός! Αχ ξένος είναι σου λέω, ξένος. Από πού ήρθε, τι γυρεύει και πόσο θα κάτσει; Θα ξέρει που να πάει, ή θα περιφέρεται σαν ζόμπι ανάμεσα μας και δεν θα μπορούμε να κυνηγήσουμε. Εκτός τον κίνδυνο που θα υπάρξει αν κάποιο ορτυκάκι μας βάλει ανάμεσα. Κοίτα τι επάθαμε πάλι φέτος. Άσε και θα δούμε.

Αυτές ήταν οι πρώτες σκέψεις που έκανα με το που αντίκρισα τον ξένο να καπηλεύεται το κυνηγοτόπι. Το δικό μου κυνηγοτόπι, όχι κανενός άλλου. Οι μέρες κυλούσαν και ο ξένος αποδείχτηκε πολύ προσεκτικός και πολύ καλό τουφέκι, αφού οι θηλιές στην ζώνη του δικαιολογούσαν την ύπαρξη τους. Πέρα όμως από μια καλημέρα από μακριά, δεν είχαμε ανταλλάξει κουβέντα κι εμένα με έτρωγε η περιέργεια να του «πάρω μέτρα». Να τον ζυγίσω, να δω τι καπνό φουμάρει και ποιος ήταν ο άνεμος που τον έσπρωξε κατά δω.

Η υπομονή μου και δυο βήματα πονηρά προς το μέρος του απέδωσαν καρπούς και ήρθα σε απόσταση «βολής». Βοήθησε και η απουσία θηραμάτων στο να έχουμε την προσοχή μας οπουδήποτε αλλού, παρά στο κυνήγι. Καλημέρα τι κάνουμε; Ρώτησα και χαμογέλασα…σαν καλός οικοδεσπότης. Καλημέρα, να εδώ ψάχνω για κανένα ορτυκάκι, αλλά δεν έχει τίποτα, απάντησε κι εγώ δεν έχασα την ευκαιρία όσο μιλούσε να τον πλησιάσω περισσότερο. Βρε τον αφιλότιμο, τα δικά μου τα ορτύκια ήθελε να φάει!

Γύρω γύρω θυμάρια, ασπάλαθοι και στην μέση του μονοπατιού εγώ! Αμ που θα μου πας τώρα καημένε, θα την φας την ανάκριση σου κι αν δεν περάσεις επιτυχώς, θα σε αναγκάσω να οπισθοχωρήσεις και να τραπείς εις άτακτο φυγή, σκέφτηκα.

Η κουβέντα συνεχίστηκε με ερωτήσεις για τα μέρη που πιάνουν τα ορτύκια στο νησί, για τα περάσματα των τρυγονιών που δεν έγιναν αισθητά και φέτος και αμφότεροι, για αρκετά λεπτά, συλλέγαμε πληροφορίες ο ένας για τον άλλον. Τώρα ποιος έκανε ανάκριση σε ποιον, θα σε γελάσω!

Η ευγενική του φυσιογνωμία και το γεγονός ότι ήταν προσεκτικός μέχρι κεραίας τις προηγούμενες μέρες με έκαναν να είμαι καλοπροαίρετος και να δώσω στον ξένο μου τόπο να σταθεί και να νιώσει σαν στο σπίτι του. Οι κουβέντες του όμως δεν άφηναν την εντύπωση ότι δεν ήξερε που πάει. Ανέφερε για κυνήγια με τον πατέρα του που έκανε όταν ήταν μικρός στο νησί. Για τρυγόνια και μπεκάτσες, για σπίτια και για την γειτονιά που μεγάλωσε και την άφησε στα 15 του για να φύγει στην Αθήνα.

Αυτή η γειτονιά όμως ήταν η δική μου γειτονιά. Βρε μια μανία με τα δικά μου πράγματα! Η γειτονιά που γεννήθηκα. Που έκανα τα πρώτα μου βήματα κι έπαιξα με τα χώματα. Που έφαγα την μούρη μου στις αλάνες της και σκαρφάλωσα στα δέντρα της. Τότε που η μπακαλοταβέρνα του Μερεμέτη είχε την τιμητική της και έκλαιγα όταν η μάνα μου με έστελνε να πάρω πελτέ από εκεί, γιατί ντρεπόμουν τους χασομέρηδες που ρουφούσαν τα κρασιά τους ακούγοντας ρεμπέτικα. Ήταν η ίδια γειτονιά που έβγαζε «βόλτα» η Καψαλού τις τσάντες της. Που ο κυρ Γιάννης πουλούσε το γάλα του Βιοσύρ στα γυάλινα μπουκάλια και έβριζε μέσα από τα δόντια του όταν ο μικρός δεν είχε πιει το γάλα του και θα παίρναμε αύριο.

Βρε τι ξένος; Ο Στέλιος ήταν το παιδί της απέναντι γωνίας στην κυριολεξία, αφού έμενε απέναντι από της κυρά Βένας και κάτω από εκείνη εγώ!

Τα τουφέκια μόνο χώρο μας έπιαναν πια και, παρόλο που ήμασταν σε κυνηγοτόπι, τα κρατούσαμε με περίσσια αγαρμποσύνη. Μέχρι κι οι σκύλοι μας τα είχαν βρει και σουλατσάριζαν μαζί πέρα δώθε. Ο θειος μου ο Λουκάς καβοδέτης στο λιμάνι κι εκείνος πλήρωμα στο πάλαι ποτέ Ε/Γ Ναϊάς. Μόνο συγγενείς που δεν βγήκαμε και η χειραψία που σφράγισε την γνωριμία μας και την πρόσκληση του για καφέ, ήταν πέραν του δέοντος θερμή κι από τους δυο μας.  

Πιο κυνήγι, πια ορτύκια και ποιες εύστοχες τουφεκιές. Η χαρά που είχα κατηφορίζοντας την πλαγιά ισαρηθμούσε με έναν γεμάτο ντορβά. Ένας ντορβάς γεμάτος χαμόγελα, ιστορίες από τα παλιά και την γαλήνη μιας χαλαρής, φιλικής κουβέντας δυο ανθρώπων που είχαν την τύχη να ξαναβρεθούν μετά από χρόνια κι ας μην ήξεραν ότι κάποτε ήταν γειτονόπουλα, το έμαθαν τώρα. Και όλα αυτά αιτία του κυνηγίου και της καλής διάθεσης που δείξαμε κι δυο μας, αφού ξέραμε από πριν ότι δεν έχουμε τίποτα να μοιράσουμε πέρα από μια καλημέρα. Κάτι που θα πρέπει να έχει στο μυαλό του καθένας από εμάς όταν το πόδι του πατάει στο βουνό.

Εκ των υστέρων σκέφτηκα την έκβαση της συνάντησης μας αν είχα άλλη διάθεση και συμπεριφορά. Αν ήμουν κατσούφης, μουτρωμένος και αγενής. Αν κι αυτός είχε ανάλογη αντίδραση και αν δεν είχαμε πιάσει την κουβέντα εκείνο το πρωί. Θα πήγαινε όλο αυτό το ρίγος της συγκίνησης χαμένο. Όλη αυτή η χαρά δεν θα μας είχε φτιάξει το πρωινό και θα είχαμε μείνει με την απελπισία της ακοπίας συντροφιά.

Χάρηκα πραγματικά που τα είπαμε και σε γνώρισα ξένε. Στέλιο, παλιέ μου γείτονα.    

Δημοσιεύθηκε στο ένθετο περιοδικό του Ελεύθερου Τύπου ΚΥΝΗΓΙ στις 2/10/2013.