ΚΥΚΛΑΔΙΤΙΚΟΙ ΝΤΟΥΜΠΛΕΔΕΣ

«ὑγίειάν τε γὰρ τοῖς σώμασι παρασκευάζει καὶ ὁρᾶν καὶ ἀκούειν μᾶλλον, γηράσκειν δὲ ἧττον»

"Η ασχολία με το κυνήγι φέρνει υγεία στο σώμα, οξύνει την όραση και την ακοή και επιβραδύνει τα γηρατειά"

Από το μεγαλειώδες έργο του ιστορικού Ξενοφώντα 430π.χ. - 354π.χ. "Κυνηγετικός" τον 5ο π.χ. αιώνα

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Ο νοσταλγός του παρελθόντος και η αρκούδα.

Του Νίκου Βασάλου http://kaliakouda.blogspot.gr

Η εξέλιξη και ο πολιτισμός από την μια είναι δυο παράμετροι που ασυζητητί έχουν πάει πάρα πολλά βήματα εμπρός το ανθρώπινο είδος και έχουν καλυτερεύσει την ζωή του πάνω στον πλανήτη, από την άλλη όμως έχουν γίνει αιτία να χαθούν συνήθειες, ήθη και έθιμα του παρελθόντος, τα οποία κρατούσαν ενωμένη την ανθρώπινη κοινωνία, ευνοούσαν τις κοινωνικές σχέσεις και ενίσχυαν τον κοινωνικό ιστό. Κάποιοι ρομαντικοί αναπολούν τέτοιες συνήθειες -όπως αυτή της γειτονιάς- και όχι μόνο, που τείνει να εξαφανιστεί στις μέρες μας ακόμα κι εδώ στην επαρχία.

Η ταχύτητα είναι ένας «εργάτης» της αποξένωσης και απομάκρυνσης των ανθρώπων μεταξύ τους. Για παράδειγμα, με ένα φουσκωτό σκάφος πλέον μια κυνηγετική εξόρμηση σε ένα όμορο νησί της Σύρας περιορίζεται σε κάποια λεπτά της ώρας, έναντι 2-3 ωρών που χρειάζονταν κάποτε ένα καΐκι για να την καλύψει. Το ταξίδι τότε οργανώνονταν από κυνηγούς με μοναδικό γνώμονα το κυνήγι και τις ευχάριστες, χαλαρές στιγμές του πήγαινε - έλα. Σήμερα η απόδραση είναι μέλημα του καπετάνιου και σκοπός η άγρα υποψηφίων πενηνταροκαταθετών.

Στην πρώτη περίπτωση, την αργή, προλάβαινε ο ταξιδιώτης να γνωριστεί με τους υπολοίπους, αν δεν τους ήξερε ήδη, να πει δυο κουβέντες, να κάνει το πλάνο του, να πιει τον καφέ του, να ακούει τους συνταξιδιώτες του, να ξεκουραστεί κι αυτός και το σκυλί του από τον ποδαρόδρομο στα κακοτράχαλα και, πάνω απ’ όλα, να ταξιδέψει με ασφάλεια. Οι ώρες μέσα στο καΐκι ήταν τόσο εποικοδομητικές για έναν πρωτάρη! Άκουγε ιστορίες από τους παλαιότερους – σοφότερους, έκανε φιλίες, πλησίαζε κάποιους θρύλους του κυνηγίου της πέρδικας κι αυτή η αναγκαστική αναμονή, τον έκανε να ξέρει να κάνει υπομονή για να πάρει αυτό που ζητούσε η ψυχή του.

Το φουσκωτό στις μέρες μας μπορεί να μην στερεί την παρουσία κάποιου για πολύ χρόνο από την δουλειά, ή την οικογένεια του, αλλά του προσθέτει άγχος. Ξένος μέσα σε ξένους μπαίνει στο πλεούμενο, το ίδιο παραμένει και κατά την έξοδο του από αυτό. Η ώρα του ταξιδίου είναι σύντομη, αλλά ο δυνατός αέρας που τον χτυπά στο πρόσωπο τον αγριεύει. Νιώθει πως ξαφνικά από ένας απλός κυνηγός, έγινε μέλος ομάδας υποβρυχίων καταδρομών-καταστροφών. Το βουητό του αέρα στα αυτιά του δεν τον αφήνει να ηρεμήσει κι αντί τους συνταξιδιώτες του, ακούει ιαχές που αγριεύουν την ψυχή του. Ο σκύλος του δεν είναι πια μαζί του, γιατί ο καπετάνιος φοβάται μην τύχει και τα νύχια του καλού συντρόφου του ανθρώπου κάνουν ζημιά στα ακριβά μπαλόνια του καταδρομικού του.

Μουσκεύει από το ξέφρενο χτύπημα του σκάφους στα κύματα και το ντουφέκι του γίνεται ψαροντούφεκο. Κάποιες φορές δεν υπάρχει αρκετός τόπος για ταξιδευτές και μπαγκάζια και νιώθει σαν λαθρομετανάστης μέσα στην ίδια την πατρίδα του. Και να σκεφτεί κανείς, ότι για όλα αυτά πληρώνει αδρά! Βέβαια υπάρχουν και οι εξαιρέσεις που το ταξίδι με ένα φουσκωτό είναι σωστά οργανωμένο, οι επιβάτες είναι, αν όχι φίλοι, γνωστοί και δεν κυνηγάει κανείς κανέναν, πέρα των κυνηγών τις πέρδικες όταν φτάσει η ώρα.

Δυστυχώς για μένα, δεν μπόρεσα να γνωρίσω την παραδοσιακή πλευρά ενός περδικοταξιδιού. Το βάπτισμα του πυρός το πήρα σε ταχύπλοο και μάλιστα με λάθος προορισμό. Όχι κατά λάθος, εκ προμελέτης ξεστρατίσαμε. Αυτό το παραδέχομαι για να μην χαίρεται ο διάολος και για να μην βρεθεί κανείς και πει ότι κουνάω το δάχτυλο σε άλλους για να κρύψω τις πομπές μου. Ήταν από τις φορές που κάποιος επιλέγει κάτι απαγορευμένο για να δει ιδίοις όμμασι τι κρύβει ένα σκοτεινό σοκάκι της διαδρομής του από αυτόν τον κόσμο. Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω.

Επιστρέφω στο χαρακτηριστικό «ντούκου ντούκου» της ντιζελοκίνητης μηχανής του ξύλινου σκαριού, καμιά εικοσαριά χρόνια πίσω. Η παρέα ξεκίνησε για Σέριφο. Μέσα σε όλο το μπουλούκι ο Δημήτρης γιος του Ζαννή του Μιχάλοβιτς, ο Γιώργος ο Χατζαντώνης κι ο Βαγγέλης ο Πέτρου, κατά κόσμον «σουβλάκι». Βέβαια ο ευρύχωρος σωματότυπος του Βαγγέλη δεν συνάδει με το προσωνύμιο του, καθότι το σουβλάκι παραπέμπει σε κάτι πιο…στεγνό!

Οι αρχές του νησιού συνεργάστηκαν και το καΐκι οδηγήθηκε στο λιμάνι, το γνωστό Λιβάδι, για περαιτέρω ελέγχους. Η παρέα μετά τα διαδικαστικά, άδραξε την ευκαιρία να απολαύσει έναν καφέ πριν το ταξίδι της επιστροφής. Τα μαγαζιά ήταν γεμάτα με τουρίστες που κοιτούσαν με περιέργεια τους άντρες με τα χακί. Όταν βάλεις μαζί τον Γιώργο και τον Βαγγέλη, είναι σαν να ανακατεύεις μπαρούτι με αναμμένο πυρσό! Τα γέλια και οι πλάκες ξεσήκωσαν το λιμάνι στο ποδάρι. Χάθηκαν για λίγο οι δυο τους. Όταν μετά από λίγο ακουστήκανε βρυχηθμοί, προσπαθούσαν όλοι να καταλάβουν την πηγή τους. Εμφανίστηκε το ντουετάκι της πλάκας με τον Βαγγέλη ημίγυμνο, να φοράει ένα λουρί σκύλου στο λαιμό δεμένο με μια αλυσίδα, την οποία κρατούσε ο Γιώργος.

Άντερο δεν έμεινε στην θέση του όταν ο Βαγγέλης αντιστεκόταν στα τραβήγματα του Γιώργου με βρυχηθμούς παριστάνοντας την αρκούδα. Η μεταμφίεση, αν και δεν είχα την τύχη να είμαι παρόν, φαντάζομαι ότι στέφθηκε με δάφνες αφού ο Βαγγέλης φέρνει, κατά πολύ, στην Μεγάλη Άρκτο. Κάποιος σηκώθηκε με ένα σταχτοδοχείο και έκανε γύρα στα τραπέζια για μπαξίσι.


Ο Δημήτρης θυμάται και εξιστορεί με περίσσια νοσταλγία σωρό τέτοιων περιστατικών που, άλλο λίγο άλλο πολύ, χαράχτηκαν στην ψυχή του και αναπολεί ένα ταξίδι για πέρδικες με καΐκι. 

Δημοσιεύθηκε στο ένθετο περιοδικό του Ελεύθερου Τύπου ΚΥΝΗΓΙ στις 22/10/2014.