ΚΥΚΛΑΔΙΤΙΚΟΙ ΝΤΟΥΜΠΛΕΔΕΣ

«ὑγίειάν τε γὰρ τοῖς σώμασι παρασκευάζει καὶ ὁρᾶν καὶ ἀκούειν μᾶλλον, γηράσκειν δὲ ἧττον»

"Η ασχολία με το κυνήγι φέρνει υγεία στο σώμα, οξύνει την όραση και την ακοή και επιβραδύνει τα γηρατειά"

Από το μεγαλειώδες έργο του ιστορικού Ξενοφώντα 430π.χ. - 354π.χ. "Κυνηγετικός" τον 5ο π.χ. αιώνα

Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Κυκλαδίτικοι ντουμπλέδες.


Του Νίκου Βασάλου http://kaliakouda.blogspot.com

Το Πάσχα που έρχεται, μας φέρνει στο μυαλό κάποιες μορφές που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στα Άγια Πάθη. 

Ο Πόντιος Πιλάτος για μένα, είναι μια μορφή που, θέλω δεν θέλω, με παραπέμπει στον κυνηγετικό συνδικαλισμό της χώρας μας. Νίπτουν τας χείρας τους κάποιοι και γυρνούν την πλάτη. Όλοι αυτοί όμως που χρόνια τώρα καπηλεύονται το κυνήγι, αποζητούν την ύπαρξη τέτοιων σύγχρονων Πιλάτων. Οδηγούν σε τέτοιες αποφάσεις – παγίδες όλους εκείνους που τρέφουν αγνά αισθήματα γι’ αυτό, μακριά από προσωπικά συμφέροντα. Αναγκάζουν με τις τακτικές τους να γυρνούν την πλάτη στα κυνηγετικά δρώμενα, όλοι αυτοί που το φιλότιμο και το όραμα για το μέλλον του κυνηγίου είναι ο πρωταρχικός τους στόχος. Ο λόγος είναι ένας και πολύ απλός.

Η ύπαρξη τους στηρίζεται στον δικό μας ωχαδερφισμό. Στην δική μας αγανάκτηση που, λαθεμένα, μας οδηγεί να γυρνάμε την πλάτη σ’ αυτό που αγαπάμε. Αυτός είναι ο σκοπός τους. Η δική μας αγανάκτηση και παραίτηση από την ενεργό δράση! Εσύ που διαβάζεις τώρα αυτές τις γραμμές, δεν έχεις βαρεθεί να κάνεις στην άκρη για να περνούν αυτοί οι λίγοι, οι κλέφτες, οι ψεύτες, οι κυνηγοκάπηλοι, οι τραμπούκοι του κυνηγίου; Νομίζεις ότι νίπτοντας τας χείρας σου καθάρισες; Σήκω από τον καναπέ. Εγκατέλειψε για λίγο την σιγουριά της εξ αποστάσεως και της εκ του ασφαλούς κρίσης. Γίνε χείριστος με τους κακούς κι ετοίμασε βαλίτσες σε όλους αυτούς που ετοιμάζουν μια πλουσιοπάροχη κηδεία στο κυνήγι με τα δικά σου χρήματα που δίνεις χρόνια τώρα για άλλο λόγο. 

Η αποχή είναι η δική σου τιμωρία και όχι η δική τους. Απέχω σημαίνει «δεν με νοιάζει». Αλήθεια, δεν σε νοιάζει; Σήκω και άντε μαζί με αυτούς που έχουν αξίες, για να ταράξεις τα νερά. Το μέλλον του παραδοσιακού ελεύθερου κυνηγίου, σκιαγραφείται με τα πλέον μελανά χρώματα. Μην επιτρέπεις άλλο σε κάποιους, να βάφουν γκρίζο το ροδαλό ξημέρωμα που θέλεις να βλέπεις στο καρτέρι σου!   

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό του Ελεύθερου Τύπου "ΚΥΝΗΓΙ" στις 16/3/11.   

Χαράματα στο Βόλακα.


Της Πέγκυ Σ. Στεργίου.

Η Κυνηγετική εμπειρία γίνεται τελετή αφήνοντας βαθιά σημάδια στην μνήμη όσων την έχουν ζήσει. Μια τελετή που "ενσωματώνει" αρμονικά τον άνθρωπο με την φύση, ακολουθώντας παραδόσεις χιλιάδων χρόνων.

Η μέρα του κυνηγιού ήταν μια μέρα που δεν έμοιαζε καθόλου, μα καθόλου με τις υπόλοιπες άλλες του παιδικού και ανήλικου βίου μου. Μάλλον η παραμονή της μέρας του κυνηγιού δεν είχε τίποτε το κοινό με τις παραμονές των άλλων ημερών.

Σαν έπεφτε το σούρουπο, ο πατέρας έσκυβε με τις ώρες πάνω από το ραδιόφωνο με το αφτί τεντωμένο. Έκανε απιστίες στο Τρίτο Πρόγραμμα, παραγκώνιζε τις άριες και τις bel canto  συγχορδίες και συντόνιζε τη βελόνα στο μετεωρολογικό δελτίο. « Να ακούσουμε τον καιρό για αύριο, εγώ εντάξει, αλλά το παιδί να ντυθεί πιο ζεστά» έλεγε στη μητέρα.
Όταν η μεταλλική, μπάσα φωνή του μυθικού εκφωνητή «…καιρός νεφελώδης, μετά τινών καταιγίδων…» μας έδινε το στίγμα του καιρού που θα έφερνε η καινούργια μέρα, τότε έπεφτε μια σιωπή κατανυκτική.
Άκουγα μόνο ένα ξερό χρατς-χρατς που ομολογούσε ότι ο πατέρας δίπλωνε και έσκιζε προσεκτικά, με ένα μαχαίρι, φύλλα από παλιές εφημερίδες. Αυτά τα τετράγωνα φυλλαράκια, με όλες τις ειδήσεις του κόσμου αραδιασμένες επάνω τους, θα ξάπλωναν, το ένα πάνω στο άλλο, σε ένα μεγάλο, ατόφιο φύλλο εφημερίδας (συνήθως αυτό με τα κοσμικά..) το οποίο θα διπλώνονταν, θα δένονταν με κίτρινο σπάγκο και έμπαινε στη πλαϊνή θέση στη καστόρινη κυνηγητική τσάντα του πατέρα. « Για ώρα φυσικής ανάγκης, στο βουνό θα είμαστε..» έλεγε πάντα.
Μετά έρχονταν οι πληθωρικές, μακρόστενες, λευκές καραμέλες «αστακός» με τη στρουμπουλές κοιλίτσες τους γεμάτες μαλακή, πεντανόστιμη πραλίνα. Έμπαιναν σε χάρτινο σακουλάκι και, αν έμενε χώρος, στριμώχνονταν μαζί τους και μια χούφτα γάλακτος ΝΑΣΚΟ, με τη θεϊκή βελούδινη γεύση. Αυτές αναπαύονταν στο πάτο της τσάντας, αφήνοντας ευγενικά χώρο για το τσίγκινο παχουλό παγούρι με τον καυτό ελληνικό καφέ με γάλα και μπόλικη ζάχαρη αλλά και για το γυάλινο μπουκάλι με το πισκοπιανό νεράκι. Στην άκρη-άκρη θα κούρνιαζαν δυο φέτες ψωμί με θρεψίνη, την αγαπημένη αρωματική σταφυλόκρεμα του κολατσιού.
Αφού τέλειωναν οι ταπεινές, περί την ευωχία, ετοιμασίες, ήξερα ότι το εωθινό εγερτήριο απαιτούσε άμεση κατάκλιση και περίσσια ανάπαυση, άρα άλλη λύση δεν είχα από το να υποδεχτώ, πειθήνια, τον Κύριο Ύπνο.