ΚΥΚΛΑΔΙΤΙΚΟΙ ΝΤΟΥΜΠΛΕΔΕΣ

«ὑγίειάν τε γὰρ τοῖς σώμασι παρασκευάζει καὶ ὁρᾶν καὶ ἀκούειν μᾶλλον, γηράσκειν δὲ ἧττον»

"Η ασχολία με το κυνήγι φέρνει υγεία στο σώμα, οξύνει την όραση και την ακοή και επιβραδύνει τα γηρατειά"

Από το μεγαλειώδες έργο του ιστορικού Ξενοφώντα 430π.χ. - 354π.χ. "Κυνηγετικός" τον 5ο π.χ. αιώνα

Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

Μια εικόνα…χίλιες λέξεις.

Του Νίκου Βασάλου http://kaliakouda.blogspot.gr

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι οι παροιμίες είναι αποστάγματα της ζωής. Είναι οι χρυσές σταγόνες που στάζουν όταν οι μυλόπετρες της ζήσης συνθλίβουν την ανήσυχη ανθρώπινη σάρκα. Κάποιοι άλλοι, πιστεύουν ότι πρώτα έφτιαξε ο Πλάστης τις παροιμίες κι ύστερα εμείς στηρίξαμε την ζωή μας πάνω τους και όσοι τις παράκουσαν κι αψήφησαν τις διδαχές τους, είναι οι εξαιρέσεις που επαληθεύουν τον κανόνα. Δεν θα διαφωνήσω με καμιά από τις δυο εκδοχές. Εγώ θα σου πω μια ιστορία που, έτσι ή αλλιώς, «πατάει» πάνω στις τέσσερεις λέξεις του τίτλου.

Τα κυνηγετικά τουφέκια ασκούσανε πάντα πάνω μου μια περίεργη, δυνατή γοητεία. Δεν με γοητεύει η δύναμη του κρότου, το ξερό και γρήγορο μπαμ. Ούτε το αποτέλεσμα του που, για κάποιους αποστειρωμένους ψιλοστόμαχους, είναι το απαύγασμα πασών των αμαρτιών. Η μαγεία είναι κρυμμένη μέσα στα ξύλα. Πίσω από τα αραβουργήματα της μπάσκουλας. Μέσα σε μια γρατζουνιά στο κοντάκι, ή, στα δακτυλικά αποτυπώματα πάνω στην κάννη.

Κάθε τουφέκι έχει κάτι να μου πει, άλλο λίγα άλλο πολλά, με όλα πάντως θα πιάσω την κουβέντα. Οι καραμπίνες είναι οι πιο λιγομίλητες. Ίσως να είναι τα μόνα θηλυκά που δεν είναι φλύαρα! Κάποιες από αυτές φέρουν βαρύ όνομα και ιστορία, αλλά μέχρι εκεί. Ένα δίκαννο όμως έχει τόσα πολλά να πει. Ειδικά αυτά τα παλιά, τα ταλαιπωρημένα. Με μισές, ή με ολόκληρες «φωτιές». Πλαγιόκαννα, ή αλληλεπίθετα. Γόνοι ευγενών οίκων με βούλες και κορώνες, ή αριστουργήματα απλών, αγνώστων και ταπεινών οπλομαστόρων, των οποίων τα μαγαζιά θύμιζαν περισσότερο μικρά καταφύγια, παρά φάμπρικες. Τα εργαλεία -που πολλές φορές κάποια ήταν ιδιοκατασκευές από τους ίδιους- παραταγμένα στην σειρά, σε τάξη με θρησκευτική ευλάβεια. Λίγο ροκανίδι στο πάτωμα μαρτυρά την πάλη του καλλιτέχνη με το κοντάκι και τον ξυστό.

Τα σκυλιά στις χαραγμένες βάσεις, ακίνητα στο ξεπέταγμα μιας τρομαγμένης πέρδικας, ή μιας πονηρής μπεκάτσας. Τα παπιά να στάζουν απ’ το νερό της λίμνης που πριν λίγο άφησαν. Κάποιες φορές μαλαματοκαπνισμένα για ειδικές περιπτώσεις και πελάτες με βαθιές, γεμάτες τσέπες. Ακόμα και στις πιο φτωχές εκδόσεις, όπου λίγα αραβουργήματα τρέχουν βιαστικά στις πλάκες, οι εργατώρες κι ο ιδρώτας του μάστορα νοτίζουν το γυαλισμένο ατσάλι. Μέχρι και οι μικρές ατέλειες στις γωνιές στις ψάθες, δίνουν μια άλλη, μοναδική προσωπικότητα στο τουφέκι.

Για μένα προσωπικότητα σε ένα όπλο δίνει και μια γρατζουνιά, ένα μικρό ασήμαντο σημάδεμα του ξύλου. Μια απαλή γραμμή που έγινε σ’ ένα περδικοκυνήγι, ή μέσα στο σφιχτό, ψάχνοντας την βασίλισσα του δάσους. Το ξεθώριασμα των μετάλλων από την χρήση. Η πατίνα του χρόνου, που μαρτυρά τον αδυσώπητο χαρακτήρα του πανδαμάτωρ. Όλα αυτά είναι αιτία πολλών συζητήσεων και πηγή αστέρευτων φαντασιώσεων. Μην μπερδευτείς όμως, με την σκουριά έχω σχέση μίσους ανηλεούς! Άλλο παλιό και άλλο εγκαταλελειμμένο. Άλλο ώριμο και άλλο γερασμένο. Για όλα αυτά ζητώ εξηγήσεις με την πρώτη ευκαιρία και μέχρι τώρα κανένα τουφέκι δεν μου τις έχει αρνηθεί.

Συναντηθήκαμε στο βουνό με τον Κώστα, στον δρόμο της επιστροφής. Κι οι δυο με τα τουφέκια στους ώμους κρεμασμένα. Σεπτέμβρης, ζεστό πρωινό και τα μπλουζάκια μας μούσκεμα. Όση ώρα μιλούσαμε για την έξοδο της ημέρας, εγώ ξέκλεβα ματιές στο παλιό δίκαννο που έκρυβε στην πλάτη του. Η γλώσσα του σώματος ανάγκαζε τον Κώστα κάποιες φορές να μισογυρίζει κι ο ήλιος άστραφτε πάνω στην ασημένια βάση του όπλου του. Ήταν λες και μου έκλεινε το μάτι το αφιλότιμο. «Έλα πιάσε με, ρώτα για μένα, κάνε μια επώμιση, δεν θες να με κρατήσεις;» άκουγα συνέχεια να μου λέει.

Το όπλο παλιό, με κάμποσα «παράσημα» σε όλα του τα μέρη, ξύλινα και μεταλλικά. Δεν άντεξα, περίμενα μια παύση στην συζήτηση για να πω αυτό που με έτρωγε και να φέρω την κουβέντα εκεί που ήθελα. «Κώστα που το βρήκες αυτό;» η φράση κλειδί που πάντα μου ανοίγει «το δωμάτιο με τα παιχνίδια». «Του πατέρα μου είναι. Εκείνος δεν κυνηγάει πια και όποτε το θυμηθώ, το βγάζω καμιά βόλτα. Παλιό είναι, αλλά είναι καλό τουφέκι.» Το αντικείμενο του πόθου μου είχε αφήσει τον ώμο του συνομιλητή μου και είχε έρθει ανάμεσα μας. Σαν μωρό που ανοίγει τα χέρια για να το πάρεις αγκαλιά, μου έκανε νόημα. «Να το πιάσω λίγο;». Εκείνος δεν μίλησε, απλά το πρόταξε και μου το εμπιστεύτηκε.

Το κράτησα στο ένα χέρι κι η άλλη μου παλάμη θώπευσε τις γραμμές του. Πέρασα τα  δάχτυλα μου πάνω από τις λακκούβες που είχε στις κάννες και άκουσα την ξερολιθιά να γκρεμίζεται στο άτσαλο πάτημα του κυρ Μανώλη, όταν είχε πάει ένα ταξίδι για πέρδικες στην Σέριφο. Εκείνο ντράπηκε για τα σημάδια που του είχαν αλλοιώσει μέχρι το κοίλος των καννών του κι απ’ την ντροπή του προς στιγμής, νόμιζα ότι θάμπωσε η γυαλάδα στη βάση του. Ψηλάφισα την σημαδεμένη ψάθα στο κοντάκι και ένοιωσα τον ιδρώτα του που την είχε ποτίσει με τα χρόνια. Μύρισα το λάδι που είχε μαυρίσει την μικρή πάπια και πνίγηκα στον καπνό του τσιγάρου του καθώς το καθάριζε.

«Γιατί βρε Κώστα το έχεις έτσι; Αμαρτία είναι για ένα τόσο καλό τουφέκι να είναι σε αυτή την κατάσταση.» Το ύφος και το βλέμμα μου ίσως να ήταν λίγο παραπάνω αυστηρά και επικριτικά απ’ όσο μου επιτρέπονταν κι αμέσως προσπάθησα να δικαιολογηθώ και να ελαφρώσω το κλίμα, που είχε βαρύνει ξαφνικά, με ένα ένοχο χαμόγελο και κάποια μισόλογα για την αγάπη μου για τα τουφέκια. Εκείνος συμφώνησε ότι έπρεπε να γίνει μια επισκευή στο άμεσο μέλλον και να μείνει το τουφέκι στην οπλοθήκη σαν ενθύμιο.

Χωρίσαμε μετά από λίγο. Έριξα μια τελευταία, κλεφτή ματιά στο όπλο του Κώστα καθώς μου γύρισε την πλάτη κι αυτό μου γέλασε ευχαριστημένο για την απόφαση που είχε πάρει εκείνος για το μέλλον του. Άστραψε πάλι το ατσάλι της βάσης στον ήλιο σαν να μου έστελνε χαιρετισμό.

Θέλουνε σεβασμό τα όπλα φίλε μου. Δεν είναι ένα κομμάτι σίδερο με ξύλο. Έχουν προσωπικότητα και είναι λάθος να την υποβιβάζουμε με την αμέλεια μας. Χώρια που είναι και θέμα ασφάλειας η καλή συντήρηση τους. Ειδές που σου ‘πα; Με τούτα και με κείνα, χίλιες οι λέξεις που χρειάστηκα για να σου πω την λόξα που έχω για τα τουφέκια. Πόσες χιλιάδες άραγε να ήθελε ένας οπλομάστορας για να μας πει όλες τις εμπειρίες του; Πόσα τουφέκια πληγωμένα έγιανε και πόσα χαμόγελα έχει εισπράξει από δαύτα για πληρωμή.


 Δημοσιεύθηκε στο ένθετο περιοδικό του Ελεύθερου Τύπου ΚΥΝΗΓΙ στις 15/10/2014.

Το χταπόδι που απλώνει.

Την στιγμή που οι κυνηγετικές μας οργανώσεις γνωρίζουν την πλέον μεγάλη απαξίωση από τα ίδια τους τα μέλη, εμάς τους κυνηγούς, την στιγμή που οι Ταγοί μας επικρίνονται στο σύνολο τους, κάποιοι όλως αδίκως, οι πολέμιοι του κυνηγίου απολαμβάνουν το βούτυρο στο ψωμί τους που τους προσφέρει αυτή η διάλυση κι εκτός αυτού, δημιουργούν το υπόβαθρο που θα στηρίξει την μηχανή που θα «κλείσει» το κυνήγι, θα το σαλαμοποιήσει και θα μας στείλει όλους –τουλάχιστον όσους έχουν να πληρώνουν- στις ρεζέρβες!

Μια παροιμία λέει ότι μαζί με κάτι άλλο, που δεν είναι της παρούσης και πρέπον να το αναφέρω, το χταπόδι όσο το χτυπάς απλώνει. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με την Ορνιθολογική εταιρεία, η οποία έχει βρει τον τρόπο να απλώνει τα πλοκάμια της, να πληθαίνει τα «μαγαζάκια» της και να αυξάνει τα στόματα που σπέρνουν ότι το κυνήγι είναι η μητέρα των καταστροφών για την πανίδα της πατρίδας μας.

Στα πλαίσια του Eurobirdwatch 2014, στις 4-5 Οκτώβρη, η προστάτιδα εταιρεία των φτερωτών στην Ελλάδα εκπόνησε μια δράση στην οποία έλαβε μέρος και το κατά τόπο νέο «παιδί» της, «Ελίχρυσος Κοιν.Σ.Επ.» (υπό ίδρυση Βοτανικό Κήπο Κυκλάδων Σύρου).

 Όλα καλά μέχρι εδώ, αφού είμαι της άποψης ότι –παρά το γεγονός ότι χρήματα του Ελληνικού κράτους και δη των κυνηγών κατασπαράσσονται από αυτούς που πολεμούν το κυνήγι- το έργο τους βοηθάει αυτή την άμοιρη βιοποικιλότητα, άσχετα αν κάποιοι άσχετοι έχουν χριστεί ως επιστημονικοί συνεργάτες της και σε μια ερώτηση μου πώς μπορώ να ξεχωρίσω σε μια μπεκάτσα μακροσκοπικά (εξ όψεως) το φύλο της, απάντηση δεν έχω πάρει εδώ και κάποιους μήνες!

Επανέρχομαι στην παραπάνω ημερομηνία για να πω ότι η γιορτή των πουλιών, επικοινωνήθηκε, και καλά έκανε, με τον καλύτερο τρόπο, αφού έφτασε μέχρι τα γραφεία της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Κυκλάδων, προσκαλώντας τους μικρούς και ανυποψίαστους πολίτες του νησιού μας σε αυτή την γιορτή.

Φίλος άδραξε την ευκαιρία να προσφέρει αυτή την εμπειρία στα παιδιά μα και στον εαυτό του, και επισκέφθηκε τον χώρο. Μια διαδραστική εκδήλωση στην οποία είχαν ενεργό ρόλο τα μικρά παιδιά και απαντούσαν σε ερωτήσεις μιας κυρίας, η οποία  απ’ ότι φάνηκε δεν έχασε καιρό και κατάφερε άλλο ένα χτύπημα στο κυνήγι, βάζοντας στο μυαλό των μικρών επισκεπτών ότι το κυνήγι είναι μια από τις αιτίες που τα αθώα πουλάκια δεν θα φτάσουν στον προορισμό τους κατά την μετανάστευση. Έτσι είναι σίγουρα, αλλά όχι ακριβώς και με το ύφος που αφήνει το μυαλό του καθενός να ταξιδεύει και να προσθέτει κι άλλα τινά.

Εμείς κοιμόμαστε τον ύπνο του δικαίου και στις σύντομες επαναφορές μας στον κόσμο των ζωντανών, μάλλον για να αλλάξουμε πλευρό, εξαπολύουμε μύδρους κατά των απανταχού Προέδρων, συμβουλίων και λοιπών συγγενών, που λέει και το κηδειόχαρτο που οσονούπω τυπώνεται για το πολυαγαπημένο μας κυνήγι!


Παλιό αλλά επίκαιρο και σωστό: ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΞΙΟΙ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ ΜΑΣ…