ΚΥΚΛΑΔΙΤΙΚΟΙ ΝΤΟΥΜΠΛΕΔΕΣ

«ὑγίειάν τε γὰρ τοῖς σώμασι παρασκευάζει καὶ ὁρᾶν καὶ ἀκούειν μᾶλλον, γηράσκειν δὲ ἧττον»

"Η ασχολία με το κυνήγι φέρνει υγεία στο σώμα, οξύνει την όραση και την ακοή και επιβραδύνει τα γηρατειά"

Από το μεγαλειώδες έργο του ιστορικού Ξενοφώντα 430π.χ. - 354π.χ. "Κυνηγετικός" τον 5ο π.χ. αιώνα

Παρασκευή, 6 Σεπτεμβρίου 2013

Το πεπρωμένο, φυγείν αδύνατο!



Του Νίκου Βασάλου http://kaliakouda.blogspot.com

Το ενδιαφέρον ενός γονιού για το παιδί του μπορεί να δρομολογήσει μια σειρά από δράσεις και αντιδράσεις που, συχνά αν όχι πάντα, ξεπερνούν τα όρια. Στήνουν χρυσά κλουβιά με απώτερο σκοπό την προστασία των βλασταριών τους και την αποφυγή υποτιθέμενων επικείμενων κινδύνων. Το τι είναι σωστό, λάθος, καλό, ή κακό, είναι υποκειμενικές έννοιες αφού ο καθένας μας τα αξιολογεί διαφορετικά. Τι συμβαίνει όμως όταν μας βοηθά κάποιος να δούμε τα πράγματα από άλλη οπτική γωνία;

Ο Μιχάλης είναι ένας τέτοιος γονιός. Ένας από τους πατεράδες που μετατρέπονται σε λυσσασμένα σκυλιά προκειμένου να προστατέψουν τα όρια της άγιας οικογένειας και την ανοικοδόμηση ενός κλουβιού την είχαν στο υποσυνείδητο τους ιερή υποχρέωση και επίτευγμα λίγων δευτερολέπτων. Ο Αντρέας ήταν τότε ένας έφηβος που στις φλέβες του έρεε, αντί για αίμα, εξαιρετικά εύφλεκτο υλικό το οποίο έσβηνε τις σπίθες που ξεχυνόντουσαν από το βλέμμα του, περιμένοντας καρτερικά αυτήν την μια που θα άναβε φωτιά.

Οι λέξεις τουφέκι, μηχανή και ότι άλλο μπορούσε να βάλει σε κίνδυνο την αρτιμέλεια ενός νέου, ήταν απαγορευμένες δια ροπάλου μέσα στο σπίτι…κάτι μου θυμίζει αυτό. Έλα όμως που για κακή τύχη του Μιχάλη ο μικρός είχε «κακές επιρροές»! Ένας παθιασμένος με το κυνήγι γιατρός παθολόγος και ο, από καιρού μυημένος με το κυνήγι, γιος του -φίλος του Αντρέα- ήταν αυτοί που δεν άφηναν τον μικρό σε ησυχία. Ήταν αυτοί που, κατά τον Μιχάλη, συντηρούσαν την φλόγα του μονάκριβου διαδόχου του και δεν έχαναν Σαββατοκύριακο που να μην τον εκθέσουν σε κίνδυνο, αφού τον έπαιρναν μαζί στο βουνό και τον έφερναν σε επαφή με τουφέκια, φυσεκλίκια και σκυλιά.

Πατέρας και γιος είχαν τακτικά συζητήσεις, οι οποίες είχαν την ίδια κατάληξη. Ο ένας να βγάζει αφρούς από τα νεύρα κι άλλος να τρέχει για το δωμάτιο του δακρυσμένος. « Όπλο εδώ μέσα δεν μπαίνει» έλεγε ο αναβράζων πατέρας χαϊδεύοντας επιβλητικά το μουστάκι του, απολαμβάνοντας τα δικαιώματα που του χάριζε ο θώκος του αρχηγού της οικογένειας. «Να μου τρέχεις από την μαύρη νύχτα στα βουνά με τα τουφέκια, να πας να γλιστρήσεις, ή να σου βγάλει κανένας τα μάτια με τα σκάγια, να έχουμε άλλα.» και άρχιζε να απαριθμεί όλους εκείνους τους μονόφθαλμους, κουτσούς, μονόχειρες και λοιπούς τραυματίες που είχαν αποκύημα της αγάπης για το χόμπι τους ένα κουσούρι.

Ο σύλλογος των κυνηγών του νησιού διοργάνωνε τον αποκριάτικο χορό του, ο οποίος συνοδευόταν με την κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίττας. Το μαγικό χαρτάκι της εισόδου ήταν το δώρο του γιατρού προς τον γιο του και τον φίλο του, τον Αντρέα. Ο Μιχάλης γκρίνιαζε, αλλά δεν επέμεινε πολύ. Εκεί ήταν σίγουρος ότι δεν θα μπορούσε να συμβεί τίποτα κακό. Μπορεί το μαγαζί να ήταν γεμάτο κυνηγούς, αλλά τι να το κάνεις; Άσφαιροι και άοπλοι θα ήταν όλοι τους. Ατύχημα δεν θα μπορούσε να συμβεί. Έτσι τουλάχιστον ζύγισε τα πράγματα ο Μιχάλης και η χαρά του Αντρέα ήταν απερίγραπτη.

Η ώρα κυλούσε και έφτασε η στιγμή να γίνει η κλήρωση των δώρων που θα κέρδιζαν κάποιοι τυχεροί για το καλό του χρόνου, προσφορά του συλλόγου και κάποιων καταστημάτων του νησιού. Αφού δόθηκαν στους τυχερούς μπλουζάκια, καπέλα, φυσίγγια, παντελόνια και άλλα, έφτασε η σειρά του σούπερ δώρου. Ένα αλληλεπίθετο δίκαννο γνωστής εταιρείας!

Μάταια κοιτούσαν όλοι, κι εγώ μαζί, τα αποκόμματα των κλήρων τους, η Άρτεμης είχε κάνει την επιλογή της εδώ και καιρό. Ο Αντρέας ήταν ο τυχερός της βραδιάς και δεν πίστευε στα μάτια και τα αφτιά του. Κρατούσε σφιχτά στο χέρι του το αποδεικτικό της νίκης, διαβατήριο για την ευτυχία! Φυσικά στο σπίτι οι κουβέντες δεν ήταν οι πλέον ευρύχωρες, αφού μπορεί να μην ξοδεύτηκαν χρήματα του οικογενειακού προϋπολογισμού για την αγορά του, αλλά δεν έπαυε να είναι ένα όπλο. Ένα αντικείμενο που θα μπορούσε να αποβεί μοιραίο για την ασφάλεια του Αντρέα, ο συνδετικός κρίκος που θα τον έδενε με την μεγάλη του αγάπη, το κυνήγι και η αιτία για περισσότερα έξοδα, άδειες, φυσίγγια, σκυλιά κτλ.

Βρεθήκαμε σε ουδέτερο έδαφος ανταλλάσοντας οικογενειακή επίσκεψη σε ένα κοινό μας φιλικό ζευγάρι. Η αγωνία του Μιχάλη έκδηλη. «Δεν ξέρεις τι έπαθα;» είπε, λες και ετοιμαζόντανε να μου εκμυστηρευτεί το χειρότερο κακό, χωρίς να ξέρει ότι κι εγώ είχα την ίδια λατρεία με το παιδί του, το κυνήγι. «Πήρε ο γιατρός τον μικρό στο χορό των κυνηγών και του έπεσε το τουφέκι στην κλήρωση» συνέχισε ανοίγοντας τα μάτια του διάπλατα. «Άντε, μπράβο πάντα τέτοια!» είπα εγώ κάνοντας τον ανυποψίαστο αν και ήμουν παρόν και ένας απτούς «χαμένους» της βραδιάς. Εκείνος σταμάτησε για μια στιγμή, με κοίταξε και με χαμηλό, σχεδόν συνωμοτικό τόνο με ρώτησε «Είσαι κι εσύ κυνηγός; Τουφέκια, σκύλοι κτλ;». «Ε βέβαια, οπλοστάσιο ολόκληρο έχει στο σπίτι» απάντησε πριν προλάβω να πω λέξη η γυναίκα μου. «Ωχ Χριστέ μου, που έπεσα» φώναξε κλείνοντας τα μάτια, μην μπορώντας να πιστέψει ότι προσπάθησε να βρει λύτρωση, να πει τον πόνο του ακουμπώντας στον ώμο του οχτρού.

Εγώ είχα καταλάβει από τα βλέμματα των άλλων τις αντιλήψεις του και δεν άργησα να τον «πυροβολώ» με ερωτήσεις. Η κουβέντα είχε φτάσει σε σημείο που έπρεπε να βγει ετυμηγορία. Ο Αντρέας, ή άφηνε τα εγκόσμια με μια δική μου ενδεχόμενη συνηγορία ότι ήταν μικρός για τέτοια, ή, έβρισκε έναν σύμμαχο στο πρόσωπό μου, ο οποίος θα λειτουργούσε και σαν τροχοπέδη στον κατήφορο του φόβου του πατέρα του.

«Η απόφαση είναι δική σου, αλλά για πες μου Μιχάλη σε παρακαλώ, τι προτιμάς; Να γυρίζει το παιδί σου μέχρι τα ξημερώματα στα μπαράκια και να πίνει, με αμφιβόλου ποιότητας και επιπέδου παρέες, ή να πέφτει νωρίς για ύπνο αιτία του ότι θα πρέπει να σηκωθεί χαράματα να πάει για κυνήγι με τον γιατρό, που όλοι γνωρίζουν τι άνθρωπος είναι, το ήθος και τον χαρακτήρα του;» Έμεινε να με κοιτάει μην μπορώντας να βγάλει άχνα, καθώς η αντίρρηση σε αυτά που του έλεγα, θα αποτελούσε, συν τοις άλλοις, και μομφή στο πρόσωπο του γιατρού.

«Έτσι λες ε;» απάντησε φανερά χαλαρωμένος, υποδηλώνοντας την κατά κράτος ήττα του. Η χαρά του Αντρέα πλέον ήταν πιο μεγάλη κι από το χαρμόσυνο νέο της Ανάστασης του Θεανθρώπου. Ένα κουτί φυσίγγια ήταν το δώρο μου σ’ εκείνον τότε για να ολοκληρωθεί το σετ.
 Ο Αντρέας με το πέρασμα του χρόνου εξελίχθηκε σε καλό Κυνηγό, με το κάπα κεφαλαίο, μην έχοντας τα περιθώρια βέβαια να γίνει κάτι άλλο, αφού με όποιον δάσκαλο καθίσεις...! Απέκτησε και έναν γιο, τον οποίο φρόντισε να μεγαλώσει αγκαλιά με τα σκυλιά του.

Οι γιαγιάδες λένε ότι τις πρώτες μέρες της ζωής μας, οι μοίρες μας επισκέπτονται στην κούνια κι αφήνουν στο προσκέφαλο μας δώρο, τις συνήθειες και τα χούγια που θα μας χαρακτηρίζουν για την υπόλοιπη ζωή μας. Είναι να μην το πιστεύεις;

Δημοσιεύθηκε στο ένθετο περιοδικό του Ελεύθερου Τύπου ΚΥΝΗΓΙ στις 4/9/2013.