ΚΥΚΛΑΔΙΤΙΚΟΙ ΝΤΟΥΜΠΛΕΔΕΣ

«ὑγίειάν τε γὰρ τοῖς σώμασι παρασκευάζει καὶ ὁρᾶν καὶ ἀκούειν μᾶλλον, γηράσκειν δὲ ἧττον»

"Η ασχολία με το κυνήγι φέρνει υγεία στο σώμα, οξύνει την όραση και την ακοή και επιβραδύνει τα γηρατειά"

Από το μεγαλειώδες έργο του ιστορικού Ξενοφώντα 430π.χ. - 354π.χ. "Κυνηγετικός" τον 5ο π.χ. αιώνα

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Ένα ταξίδι για πέρδικες, που δεν πρέπει να θυμάσαι!

Του Νίκου Βασάλου http://kaliakouda.blogspot.com
Η γοητεία που ασκεί στους συριανούς το περδικοκυνήγι είναι ένα θέμα που έχει αναλυθεί και συζητηθεί πολλές φορές. Κι από ό,τι φαίνεται το κυνήγι της φτερωτής νησιώτισσας, θα συνεχίσει να αποτυπώνεται στις κυκλαδίτικες λαογραφικές σελίδες με το ίδιο αστείρευτο πάθος.

  Η μανιώδης αναζήτηση της βασίλισσας του βουνού, έχει γίνει αιτία να ξοδευτούν υπέρογκα ποσά, να σπιλωθούν υπολήψεις, να χαθούν θέσεις εργασίας, να χαλάσουν φιλίες, ακόμα και οικογένειες! Έχει γίνει η αιτία που ξέσπασαν «πόλεμοι» ανάμεσα σε όμορους συλλόγους αφού κάποιοι, έκαναν αυτοσκοπό τους την κάρπωση ξεχνώντας τους νόμους, ξεπερνώντας και καταπατώντας κάθε ιερό και όσιο. Αυτή είναι η μια πλευρά του νομίσματος η πεζή. Η άλλη, η ρομαντική, είναι η στιγμή που το πουλί γίνεται μούσα και εμπνέει, ταξιδεύει μυαλά, αρματώνει χέρια με μολύβια και γεμίζει σελίδες ολόκληρες με σκέψεις και συναισθήματα.

Ο βαρκαλάς του καπεταν Αλέκου ο αϊ Νικόλας, ο Έσπερος αργότερα. Ντουζίνες από σκάφη φουσκωτά, πλαστικά και ξύλινα, τρομάζουν τα αφρόψαρα εδώ και χρόνια έχοντας τον ίδιο προορισμό: Να ανταμώσουν οι ταξιδευτές τους με την πέρδικα. Ν’ ακούσουν το στεντόρειο κάλεσμά της και να αναμετρηθούν μαζί της στα ίσα, αντρίκια.
  Να ποτίσουν τα βράχια με ιδρώτα. Να ματώσουν κι αυτοί μαζί της και, καμιά φορά, να θυσιάσουν τον καλύτερο τους σύντροφο που την πήρε φουριόζα στο κατόπι και πέταξε κι αυτός μαζί της στον γκρεμό!    

Το νεαρό της ηλικίας είναι πηγή θάρρους και φόβου μαζί. Είναι η αιτία που η πείρα παραμερίζει, κουνώντας το άσπρο της κεφάλι με ειρωνεία, για να περάσει αυτός ο σίφουνας που η σκόνη του μυρίζει αδρεναλίνη και λεμονανθό. Τα νιάτα!

Για τέσσερεις τέτοιους σίφουνες γράφτηκαν ετούτες οι γραμμές. Τέσσερα παλικάρια ίσαμε κει πάνω. Θαρραλέοι, ατρόμητοι, άσσοι στο σημάδι και οξυδερκείς. Έτσι τουλάχιστον έλεγαν όλοι τους στην αρχή! Οι μέρες της έναρξης του περδικοκυνηγίου πλησίαζαν. 15 του Σεπτέμβρη τότε επιτρεπόταν η πέρδικα, χέρι χέρι με τον λαγό. Ήτανε το 1988 θαρρώ. Η παρέα έκανε σχέδια μέρες πριν και έπλαθε σενάρια. Η αναζήτηση του ιδανικού τόπου μονοπωλούσε τις κουβέντες των παλικαριών. Άλλοτε τα πρόσωπά τους τα φώτιζε ένα πλατύ χαμόγελο, σκεπτόμενοι γεμάτους τους ντορβάδες κι άλλοτε πάγωναν τα χείλη και σκοτείνιαζε το βλέμμα τους, η απραξία έσκιζε σαν αστραπή το μυαλό τους, αλλά για λίγο. Ήταν νέοι και θαρραλέοι, φτεροπόδαροι κι αετομάτηδες.
 
Ήρθε η μέρα κι ο καταπέλτης του βαποριού, τους έμοιαζε με κόκκινο χαλί στρωμένο ροδοπέταλα και στο βάθος…πέρδικες! Στις πλάτες τους δεν είχαν και πολλά. Τα ντουφέκια κι ένας μικρός ντορβάς με λίγο ψωμί, νερό, φυσίγγια και απεριόριστη λαχτάρα για περπάτημα. Ήταν βλέπεις νέοι και θαρραλέοι. Ο τόπος είχε προκαθοριστεί και όρμιξαν με τα μηχανάκια τους να προλάβουν  το σούρουπο. Είχαν μεγάλη λαχτάρα να ακούσουν τα κακαρίσματα του κότσου, που καλούσε το κοπάδι για νυχτερινή κατάκλιση. Αφού τους σηκώθηκε η τρίχα απ’ την χαρά και γαλήνεψαν με το κελαΐδισμά του, κάποιος ρώτησε αυτό που δεν είχαν συζητήσει ποτέ ως τώρα: «Που θα κοιμηθούμε;». Ο ένας κοιτούσε τον άλλον καθώς ο ήλιος έγερνε κόκκινος από την κούραση της μέρας, να ξεδιψάσει στα καταγάλανα νερά των Κυκλάδων. «Ξενοδοχείο τα αστέρια» είπε ένας δεύτερος δείχνοντας την αυλή μιας καλύβας κοντά στην θάλασσα. Για την ακρίβεια, πάνω στην θάλασσα.

Οι πεζούλες φαρδιές και φιλόξενες. Πυρωμένες από τον καλοκαιρινό ήλιο έτοιμες να τους ξεκουράσουν και να τους ταξιδέψουν στους απέραντους κάμπους του Μορφέα. Ο μεταλλικός ήχος από τον δίχρονο κινητήρα μιας Mego, τους έκανε να πισωπατήσουν λίγο, αλλά ανέλαβε ένας τρίτος να «καθαρίσει». «Καλώς τα παιδιά», είπε ο ιδιοκτήτης μόλις ξεπέζεψε από το φασαριόζικο άλογό του. «Καλησπέρα μάστορα, είπαμε, αν δεν σε πειράζει, να μας φιλοξενήσεις στην αυλή σου για απόψε το βράδυ, για να πάμε το πρωί για πέρδικες» είπε το παλικάρι και έσκασε ένα πλατύ, ευγενικό και αφοπλιστικό χαμόγελο. «Μετά χαράς αλλά όχι στην αυλή, μέσα θα κοιμηθείτε. Θα σκεβρώσετε από την υγρασία της θάλασσας όλη την νύχτα» απάντησε εκείνος και τους έκανε να μην πιστεύουν στα αυτιά τους. Ανέλπιστη τύχη!

Η μικρή ξύλινη πόρτα άνοιξε και δυο δυόροφα, διπλά κρεβάτια φάνηκαν στην μικρή κάμαρη. Δίπλα ένα μικρό δωμάτιο προστάτευε μια βάρκα από την μανία του καιρού. Το σύρμα, που λένε κι οι Σιφναίοι οι γείτονες. Ο τέταρτος ξεφύσησε με ανακούφιση που δεν θα κοιμόντουσαν έξω. Γιατί άραγε, αφού ήταν νέοι και θαρραλέοι! «Λοιπόν παιδιά, εδώ θα την βγάλετε το βράδυ. Τακτοποιήστε τα πράγματά σας, εγώ πάω να ψαρέψω καλαμάρια για λίγο κι επιστρέφω». Είπε κι έφυγε αμέσως μην χάσει την ώρα που γιαλώνουν. Έκαναν τον σταυρό τους και οι τέσσερεις για την τύχη που είχαν απόψε και όλοι συμφώνησαν ότι είναι καλό σημάδι.

Η ώρα πέρασε με κουβέντες για παλιά κυνήγια και μια επανάληψη του σχεδίου δράσης της επόμενης μέρας. Τα βήματα του ευεργέτη τους στην αυλή, έκαναν τον έναν να πεταχτεί από λαχτάρα. Η ψαριά καλή. «Μακάρι να έχουμε το ίδιο αποτέλεσμα αύριο κι εμείς» είπε κάποιος γελώντας δείχνοντας στους υπόλοιπους την γεμάτη πλαστική σακούλα. «Ελάτε βρε παιδιά, μιας και σας φιλοξενώ, ας πιούμε μια ρακί να σας καλωσορίσω που έχω εδώ για ώρα ανάγκης» και έβγαλε από την γωνιά μια μεγάλη νταμιτζάνα. Η μια ρακί έγιναν δυο, τρεις και οι κουβέντες σκέπαζαν την βουή του ανέμου, που είχε πάρει φόρα και έσπρωχνε γερά την πόρτα της καλύβας. Όλο κοιτούσε ο ένας κατά κει κι όλο ανακάθιζε στην καρέκλα που νόμιζες ότι έχει καρφιά. «Πάω παλικάρια γιατί θα με ψάχνουν στο σπίτι, άργησα. Όταν το πρωί με το καλό φύγετε, αφήστε το κλειδί πάνω σ’ ένα σκαλούνι και θα το βρω εγώ. Καλό σας βράδυ και καλό βόλι». Οι ευχαριστίες έμοιαζαν με ομοβροντία πυροβόλων σε απόδοση τιμών από τους τέσσερεις.

Η ώρα είχε περάσει και έπρεπε να ξεκουραστούν. Ο αέρας έσπρωχνε την πόρτα της καλύβας και μαζί την καρδιά του ενός παλικαριού, του ενός θαρραλέου! Δεν άντεξε κάποια στιγμή και ρώτησε με περίσσια αναστάτωση: «Τι είναι αυτό που κάνει έτσι βρε παιδιά;». Τα γέλια και τα πειράγματα έπεσαν βροχή και όλοι μαζί για ύπνο.
 
 Το πρωινό ξύπνημα δεν ήρθε όπως θα περίμεναν. Φωνές αντηχούσαν στην μικρή καλύβα, ίσως να ακούστηκε κι ο ήχος της παλάμης που προσγειώνεται σε ένα αφράτο μάγουλο! «Τι έκανες μωρέ, μέσα στο ρακί βρε ζώο;». Ο αέρας όλο το βράδυ λυσσομανούσε και τρόμαξε τον έναν θαρραλέο, ο οποίος δεν άντεχε να μείνει μόνος στην ερημιά για να κάνει την ανάγκη του. Βρήκε την νταμιτζάνα το ρακί εύκαιρο και πρόσθεσε ότι έλειπε από το χθεσινό κέρασμα! «Ρεζίλι μωρέ θα γίνουμε στον ξένο άνθρωπο». Έλεγε και ξαναέλεγε ο τιμωρός και αυτόπτης μάρτυς.
 
Ούτε το περδικοκυνήγι έμαθα πως πήγε, ούτε το τι απέγινε η νταμιτζάνα με το μαγαρισμένο ρακί. Ν’ ανοίξει η γη ήθελα και να με καταπιεί, όσο άκουγα την ιστορία. Η συγνώμη έφτασε μετά από μερικές μέρες υπό μορφή κάποιων ανταλλακτικών για το δίκυκλο, που τους είχε ζητήσει την προηγούμενη το βράδυ στην φιλική, ζεστή κουβέντα που είχαν όλοι μαζί. Τότε που κοίταζε ο ένας τον άλλον στα μάτια και δεν ντρέπονταν κανείς τους για τίποτα. 
 
Πόσο θάρρος χρειάζεται αλήθεια για να συμπεριφέρεσαι σαν άνθρωπος και όχι σαν κακομαθημένο ζώο; Πόσο θάρρος χρειάζεται για να καταλάβεις ότι παίρνεις στις πλάτες σου έναν ολόκληρο σύλλογο κάθε φορά που το μυαλό σου σταματάει να δουλεύει.

Κάποιος μου είπε ότι ίσως να μην χρειάζεται να γραφτεί αυτή η ιστορία, γιατί είναι δείγμα αναξιοπρέπειας ενός κυνηγού. Αν έπρεπε να γραφούν όμως μόνο τα καλά, ίσως να μην έπρεπε να υπάρχει σύσσωμος ο κυνηγετικός τύπος. Γιατί κάποιες λίγες, ευτυχώς, φορές, δεν παντρεύεται η πριγκίπισσα το παλικάρι του παραμυθιού.                          

Δημοσιεύθηκε στο ένθετο περιοδικό του Ελεύθερου Τύπου ΚΥΝΗΓΙ στις 12/9/2012.