ΚΥΚΛΑΔΙΤΙΚΟΙ ΝΤΟΥΜΠΛΕΔΕΣ

«ὑγίειάν τε γὰρ τοῖς σώμασι παρασκευάζει καὶ ὁρᾶν καὶ ἀκούειν μᾶλλον, γηράσκειν δὲ ἧττον»

"Η ασχολία με το κυνήγι φέρνει υγεία στο σώμα, οξύνει την όραση και την ακοή και επιβραδύνει τα γηρατειά"

Από το μεγαλειώδες έργο του ιστορικού Ξενοφώντα 430π.χ. - 354π.χ. "Κυνηγετικός" τον 5ο π.χ. αιώνα

Πέμπτη, 1 Απριλίου 2010

«ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ» ΝΗΟΛΟΓΙΟ ΣΥΡΟΥ 688. Το πρώτο ταξίδι των Συριανών για πέρδικες, μετά τον πόλεμο! ΤΥΠΟΣ ΚΥΝΗΓΙ 31/3/10



Ένα σκαρί γεννήθηκε στον Ταρσανά της Σύρας, ο οποίος ξεκίνησε να λειτουργεί το 1860. Ο Μιχαήλος Μαυρίκος το 1927 σκάρωσε έναν βαρκαλά. 9,80 μέτρα μήκος κρύβοντας μέσα στα ξύλινα παΐδια του μια semi diesel Skandia με πυρόφουσκα, που του εξασφάλιζε τα 6 μίλια ωριαία ταχύτητα. Άγιος Νικόλαος το όνομα του με νηολόγιο Σύρου 688. Καραβοκύρης του ο Αλέξανδρος Μανδηλαράς. Με αυτό το σκαρί πάλευε να θρέψει την οικογένεια του ο καπεταν Αλέκος. 5 γιοι και 3 κόρες η φαμίλια του.
Η μπότα του Ιταλού κατακτητή πάτησε το νησί της Σύρας και υποχρέωσε τον καπεταν Αλέκο να δουλεύει για λογαριασμό τους. Όργωνε τις Κυκλάδες μεταφέροντας πότε εφόδια, πότε έγγραφα και πότε αξιωματικούς των Ιταλών χωρίς να μπορεί να πει κουβέντα. Είχε γυναίκα και παιδιά βλέπεις! Σταμπάρισαν και το καΐκι με μπογιά, το νούμερο 22. Μέσα σε όλο αυτό το πήγαινε – έλα αρκετές ήταν οι φορές που απάγκιαζε στον όρμο του Αι Γιάννη, μετά τον Σκίνο και την Μοσκλιού, νοτιοανατολικά της Άνδρου. Άκουγε το κακάρισμα από τις πέρδικες και στο μυαλό του έρχονταν οι φίλοι του οι Συριανοί περδικάδες. Ο Αντώνης το Κάρβουνο, ο Βαγγέλης ο Παπλωματάς, ο Σπύρος ο Εφημεριδάς, ο Νικολής το Γαργαλέτο, το Μανωλέο και τόσοι άλλοι. «Που είσαστε μωρέ, να ευχαριστηθεί η ψυχή σας τουφεκιές!» μονολογούσε και σώπαινε στο αυστηρό βλέμμα του Ιταλού στρατιώτη.
Τα χρόνια της κατοχής πέρασαν κι ήρθε η ώρα της λευτεριάς. «Να πάτε στο ανάθεμα!» ήταν ο αποχαιρετισμός του καπετάνιου στους κατακτητές. Η αγανακτισμένη και μπάσα φωνή του, ακούστηκε από την περιοχή «βαπόρια» μέχρι την κορυφή του λόφου της Ανάστασης! Οι Ιταλοί εγκαταλείποντας το νησί, άφησαν απείραχτο τον βαρκαλά του καπεταν Αλέκου. Τότε μαζί με τον Γιαούλη και το Τουρκί, συμπλήρωναν την τριάδα που εφοδίαζε το νησί με κάθε λογής πραμάτεια. Ο Αλέκος συζήτησε ότι άκουγε πολλά πουλιά στην Άνδρο να φωνάζουν. Δεν άργησε να γίνει μια συνάντηση στην ταβέρνα του Γαβρίλη, πίσω από τον θερινό κινηματογράφο «ΠΑΛΛΑΣ». Η λίστα συμπληρώθηκε αμέσως και το ταξίδι κανονίστηκε στο άψε σβήσε! Τα ονόματα των επιβατών, διάβαζε ο Λιμενάρχης και ένας ένας με τα μπαγκάζια του έμπαινε στο καΐκι.
Κουλούρης Σταύρος, Νομικός Νικ. (Γαργαλέτο), Νομικός Εμμ. (Μανωλέο), Νομικός Ελευθ. (Τεμπέλας), Τόζος Μάριος, Άγας Πολύδωρος, Μπούμπας Νικ. Μιληδώνης Ισίδωρος, Θεοδώρου Ευαγγ. (Παπλωματάς), Αραούζος Κων/νος, Μιχάλης Βαφέας (Άλιμα), Αντώνης Μαραγκός (Κάρβουνο), Σπύρος Παπαδόπουλος (Πράκτορας Αθηναϊκού Τύπου), Γιάννης Γαρράς και τελευταίος ο Αντρέας Μπάρμπης, που δούλευε στου κ. Καμπάνη του δικηγόρου. Πλήρες επιβατών έξω από το παλιό Λιμεναρχείο στην πλατεία Κανάρη, ο Άγιος Νικόλαος έβαλε ρότα για την Άνδρο με πλήρωμα τον καπεταν Αλέκο και τον γιο του τον Βασίλη, 22 χρονών παλικάρι τότε. Το αντίτιμο του ταξιδιού είχε κανονιστεί στις 300 δραχμές. Το μεροκάματο τότε ήταν 5 δρχ. και η άδεια του κυνηγίου έκανε 15. Τα έξοδα ήταν δυσβάστακτα για τους μεροκαματιάρηδες και τα είχαν αναλάβει όλα οι αδελφοί Κουλούρη. Ο Σταύρος και ο Δημήτρης, που ήταν κάποιοι από τους πολλούς βιομηχάνους του νησιού, διατηρώντας μια από τις κλωστοϋφαντουργίες που πλημμύριζαν τους δρόμους του Ηρώων, κάθε μεσημέρι στο σχόλασμα. Το ημερολόγιο του σκάφους έγραφε 25 Αυγούστου 1945, ήταν το πρώτο ταξίδι των Συριανών για πέρδικες εκτός Σύρου. Όταν ξανοίχτηκαν για τα καλά, άκουσαν φωνές βαθειά στην πλώρη! Ποιος είναι μωρέ; Ο καπεταν Αλέκος γελούσε γιατί ήξερε. Ο Άγας ο Νικολής και ο Ρουσσουνέλος ο Κωνσταντής ξεφύτρωσαν σαν φάντηδες μπαστούνι. Τα άτομα ήταν πολλά και η λαχτάρα μεγάλη. Στην ζούλα ο καπετάνιος τους καμουφλάρισε με έναν μουσαμά. Γίνονταν να αφήσει τον γαμπρό του τον Νικολή έξω! Ο Ρουσσουνέλος ο Κώστας κράταγε ένα ντουφέκι κόσμημα στα χέρια. «Που το βρήκες αυτό;» Απόρησαν όλοι. Του το είχε δώσει ο αδελφός του παρόντα Σταύρου Κουλούρη, ο Δημήτρης, που δεν μπορούσε να πάει μαζί. Είχε επισκέπτες. «Πάρε ρε Κώστα το ντουφέκι μου, πάρε και ένα τάλιρο το μεροκάματο σου και ότι φέρεις πίσω, δώσε μου τα να φιλέψω τους ξένους μου» του είχε πει. Του εμπιστεύτηκε ένα οπισθογεμές Βέλγικο MASQUELIERE, το οποίο φάνταζε μπροστά στα εμπροσθογεμή της εποχής. Όταν φτάσανε με το καλό στην Άνδρο, οι κυνηγοί πήραν το βουνό ψάχνοντας για τις βασίλισσες. Ο καπεταν Αλέκος ψάρευε στο μονόπετρο μέσα στο λαγκόνι κι αφού ετοίμασε την κακαβιά που θα έτρωγαν όλοι μαζί πλάι στο πηγάδι, σμίλεψε δυο τρύπες με έναν λοστό στα βράχια για να δένουν τις επόμενες φορές. 3 χρόνια κράτησε αυτό το πήγαινε – έλα. Κατόπιν ακολούθησαν τα Θερμιά (Κύθνος) στον Αι Δημήτρη, στην Κανάλα, στον Άγιο Στέφανο. Στην Σέριφο στο Μοναστήρι και στην Συκαμιά. Μετά από 10 χρόνια πήγαν στην Σίφνο, στο Βαθύ και στις Βλυχάδες. Ο βαρκαλάς παροπλίστηκε και την θέση του πήρε το Έσπερος και μετά το Έσπερος 2.
« Ήταν ωραία τότε» Θυμάται ο μπάρμπα Νίκος ο Άγας. «Μας μαγείρευε ο Αλέκος, πίναμε τα κρασιά μας, ψαρεύαμε, καλαμπουρίζαμε και γυρίζαμε σπίτι. Είχε και ταλαιπωρία δεν λέω. Με φουρτούνα, ανακατεμένοι σκύλοι κι άνθρωποι μαζί να ταΐζουν τα ψάρια! Σαν να τον βλέπω τώρα μες τα μάτια μου τον Αλέκο, να ρουφάει το κεφάλι μιας ρέγκας και να τραβάει και μια τζούρα κρασί μετά. Είχες δεν είχες σκοτώσει, το γέλιο δεν σου έλειπε από το στόμα. Δεν σε αφήνανε οι άλλοι σε ησυχία. Τραγούδια με κιθάρες, πειράγματα για τα κυνήγια και τέτοια. Τότε ήταν μεγάλη υπόθεση να πας ταξίδι για πέρδικες. Τώρα με αυτά τα φουσκωτά, βζζζζζ, μέχρι να "παίξεις" τα μάτια σου είσαι όπου σου κάνει κέφι. Από τότε που εμφανίστηκαν αυτά, άρχισε και η γρίνια με τους γείτονες. Τότε είμαστε μετρημένοι, ξέραμε ποιος πήγε που. Όταν γινόταν παράπονα για «στραβοπατήματα» ξέραμε τον αίτιο και δεν ξαναπατούσε σε καΐκι.»
Έχοντας ανοίξει το σεντούκι του μυαλού του ο μπάρμπα Νικόλας, θυμάται περιστατικά που μας έκαναν με τον γιο του τον Σταμάτη να κλαίμε από τα γέλια.
Άλλες φορές χανότανε στην δύνη των αναμνήσεων και έλαμπαν τα μάτια του καθώς θυμόταν τους φίλους που έχουν μετοικήσει σε άλλα, απέραντα κυνηγοτόπια!
Αφιερωμένες τούτες οι γραμμές στον Μπάρμπα Νίκο και τον γιο του τον Σταμάτη. Που με ταξίδεψαν τόσο πολύ, που θα ορκιζόμουν ότι άκουσα τις πέρδικες να φωνάζουν. Μύρισα την θάλασσα, το θυμάρι, την αγρία ρίγανη και το μαύρο μπαρούτι. Ήπια νερό γάργαρο στις χούφτες, εκεί, στο πηγάδι του Αι Γιάννη!

Δεν υπάρχουν σχόλια: