ΚΥΚΛΑΔΙΤΙΚΟΙ ΝΤΟΥΜΠΛΕΔΕΣ

«ὑγίειάν τε γὰρ τοῖς σώμασι παρασκευάζει καὶ ὁρᾶν καὶ ἀκούειν μᾶλλον, γηράσκειν δὲ ἧττον»

"Η ασχολία με το κυνήγι φέρνει υγεία στο σώμα, οξύνει την όραση και την ακοή και επιβραδύνει τα γηρατειά"

Από το μεγαλειώδες έργο του ιστορικού Ξενοφώντα 430π.χ. - 354π.χ. "Κυνηγετικός" τον 5ο π.χ. αιώνα

Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

Προσκυνώ την χάρη σου κυνήγι!

Το Δ.Σ. του συλλόγου γύρω στο 1900
Του Νίκου Βασάλου http://kaliakouda.blogspot.com

Δεν ξέρω γιατί, αλλά νιώθω τόσο μικρός όποτε βάλω στο μυαλό μου το κυνήγι. Λέγοντας μικρός δεν εννοώ ότι φεύγουν οι πόνοι από την μέση, ή ότι τα πόδια μου βγάζουν φτερά, σαν τότε. Τότε που απαιτούσα στην γυναίκα μου να με πάει με το αμάξι κάπου και να γυρίσω το βράδυ σπίτι, μετά από μεγάλη πορεία με το ντουφέκι και τα συμπράγκαλα στον ώμο.

Μικρός σαν μέγεθος, σαν οντότητα, μπροστά σ’ αυτή την  ζωοφόρο δραστηριότητα του ανθρώπου. Σε τούτη την ιδέα που κάποτε τον έθρεψε και τον έκανε να ζήσει χιλιάδες χρόνια πάνω στον πλανήτη. Μπροστά σ’ αυτό που αποθέωσε τόσους και τόσους και τους πέρασε στο Πάνθεον μιας ελίτ κοινωνίας και έγινε το χαρακτηριστικό τους γνώρισμα. Ένα γνώρισμα - αξίωμα που υποχρέωσε πολλούς να ανασηκώσουν το ημίψηλο καπέλο τους και να υποβάλουν τα σέβη τους. Τότε, την εποχή του κορσέ και του φράκου. Την εποχή που ο πρόεδρος ενός κυνηγετικού συλλόγου είχε κάθισμα ανάμεσα σ’ αυτά των επισήμων στις διάφορες εκδηλώσεις, στασίδι στην εκκλησία και η κυρία του δεν ήταν απλώς μια κυρία, ήταν η κυρία προέδρου! Την εποχή που τα εξερχόμενα της αλληλογραφίας του συλλόγου δεν περιορίζονταν μόνο σε κυνηγετικό περιεχόμενο, αλλά επέκτειναν την δράση και γιγάντωναν την επιρροή των μελών του ΔΣ, ακόμα και σε πολιτικές τοποθετήσεις και προσταγές.

Πανηγυρικό έγγραφό του 1920 για την επιστροφή του βασιλιά.
Ο ορισμός «Αρχόντισσα των Κυκλάδων» που αποδίδεται στην Σύρα, φαντάζομαι ότι δεν είναι μόνο για τα παιχνίδια του φωτός στα καλντερίμια της Άνω Σύρου και του Βροντάδου, που την κάνουν να λάμπει. Η αρχοντιά είναι η προίκα της γιατί, όπως μου είπε και κάποιος άλλος λάτρης ετούτου εδώ του βράχου, τότε που όλη η υπόλοιπη Ελλάδα ήταν ακόμα ένα απέραντο βοσκοτόπι, η Σύρα ήταν ντυμένη με μάρμαρα. Είχε θέατρο και φιλοξενούσε μεγάλα ονόματα που έγραψε η ιστορία στις σελίδες της με χρυσά γράμματα. Μόρφωνε στα θρανία του σχολείου της τον Ελευθέριο Βενιζέλο, έκλεγε δημάρχους με φαρδιές φαβορίτες, οργάνωνε τα πρώτα σωματεία, χτυπούσε στην έδρα των δικαστηρίων της, με αυστηρό ύφος, την σφύρα του προεδρεύοντος και ξεκούραζε, εκ περιτροπής, στο λιμάνι της, ολόκληρο τον εμπορικό στόλο του κράτους και όχι μόνο.

Τα σύννεφα του ουρανού της τότε, μπολιάζονταν με μαύρο χρώμα από τις πολλές υψικαμίνους των εργοστασίων και τα χωριά της μοσχανάθρεφαν τους γαλαζοαίματους γόνους των βιομηχάνων, βιοτεχνών και εμπόρων του νησιού. Τα συρτάρια των τραπεζών της, κατάπιναν αδηφάγα τους παράδες και χλόμιαζαν από τις λίρες που κατρακυλούσαν μέσα τους. Τότε, τότε που η Ελλάδα ημέρευε το ήθος της με την φλογέρα, τις κουδούνες, τα βελάσματα των αιγοπροβάτων και τα μουγκρητά των παχιών αγελάδων που βόσκαγαν τις πλαγιές της.

 Είμαι πολύ περήφανος για τον τόπο μου και για κάποιους ανθρώπους του που, μέσα στα χρόνια, δίδαξαν πολλές αξίες τους συμπολίτες τους και έκαναν γνωστό το όνομα του νησιού μας στα πέρατα του κόσμου για ποικίλες, πρωτοπόρες δράσεις και ιδέες και δεν θα το κρύψω. Είμαι υπερήφανος και για τα «φώτα» που δώσαμε στον κυνηγετικό συνδικαλισμό, όταν το 1893 ο Κυνηγετικός Σύλλογος Σύρου μετέτρεψε την σκόρπια ομάδα μεμονωμένων κυνηγών του νησιού και των Κυκλάδων, σε ένα σωστά οργανωμένο κοινωνικό σύνολο, με κύρος και αρχές.

Ντόποι κυνηγοί στο βουνό.
 Από τότε, εκ των πραγμάτων (!), δεν έχω μνήμες. Δεν χάνω όμως ευκαιρία να αφεθώ στα χέρια όποιου υποσχεθεί ότι μπορεί να με ταξιδέψει κάπου εκεί κοντά. Να με κάνει να νιώσω κι εγώ παρόν. Να μετέχω κι εγώ σ’ ένα κυνήγι τρυγονιών έναν Σεπτέμβρη από αυτούς της αφθονίας, που κάποιοι πιτσιρικάδες, τις μέρες που είχε πέρασμα, τα έπιαναν ακόμα και με τα χέρια, όπως ο μπάρμπα Πέτρος Ρούσσος, ή Μαργαριτίνης στον Βήσσα. Να πιω καφέ στην ταβέρνα της Θέκλας το πρωί της Κυριακής με τον Γιάβο, τον Μάριο Τόζο, τον Σπύρο Κρυστάλη, τον Αντρέα Κόνταρη, τον Γιάννη Πέτρου (Σουβλάκι) και τόσους άλλους, που αποτελούν ένα μεγάλο κεφάλαιο του Συριανού κυνηγίου και τους, πάλαι ποτέ, στυλοβάτες του τοπικού συλλόγου.  

 Η κυρά Μαριγώ, η μάνα μου, θυμάται ακόμα τις θημωνιές στα χωράφια το φθινόπωρο. Τότε που ο προπάππους μου, ο Μιχάλης Βαμβακούσης, ή κατά κόσμο Τζιεράκης, την έπαιρνε μαζί του στο κυνήγι. Νοίκιαζαν, λέει, μια κάμαρη στο σπίτι της κυρά Μιμίκας στο Στεαστό, στην Ντελαγκράτσια (σημερινή Ποσειδωνία) κάπου στο 1947. Εκείνη καθόντανε να φυλάει τις ιξόβεργες μαζί με την προγιαγιά μου, την γιαγιά της, την Μαριγώ, μαζεύοντας κάθε λογής μικρόπουλο κι εκείνος έπαιρνε το ντουφέκι και πήγαινε με την παρέα του στον Κουκουφά, στον Τούρλο και στου Διακάκη για τρυγόνια. Ίσως από κει να πήρα την «σκαγιά» για το κυνήγι, αφού ο συγχωρεμένος ο μπάρμπα Καλιακούδας, ο πατέρας μου, για το μόνο κυνήγι που ξεκινούσε κάθε πρωί, ήταν αυτό του μεροκάματου.

Τα χρόνια δύσκολα κι όσο πιο δύσκολα τα χρόνια, τόσο πιο δεμένος ο κοσμάκης με τα ντουφέκια και το κυνήγι. Παρείχαν ασφάλεια και φρέσκο κρέας.

Οι δρόμοι δύσβατοι, καρόδρομοι, σου έσπαζαν τα μέσα. Ένα καμιόνι ξεκινούσε απ’ την Ερμούπολη, αξημέρωτα ακόμα, για τα χωριά κι επέστρεφε μετά το μεσημέρι. Γέμιζε η καρότσα του με άντρες, σκύλους, ντουφέκια, πειράγματα, χωρατά, τραγούδια και ελπίδες για μια καλή κυνηγετική έξοδο που, αν ήταν όντως καλή, μπορεί να γινόταν η αιτία να έβγαινε και ένα καλό μεροκάματο, ή, να ανανεωθούν τα πυρομαχικά για μια επόμενη. Βιομήχανοι, εφοπλιστές και πλούσιοι της εποχής, πλήρωναν κάποιον έμπιστό τους, να τους κρατάει το καρτέρι ολονυχτίς. Το όνομά τους, ακόμα και σήμερα, ορόσημο για την περιοχή. Οι πέτρες που το περιτριγυρίζουν ασκούν μια περίεργη γοητεία σ’ αυτόν που μπορεί ν’ακούσει τις κουβέντες τους. Πόσες ιστορίες από τα τότε λένε σαν τις παλιές, κουτσομπόλες γειτόνισσες. Για τα θηράματα που ξάπλωσαν απάνω τους και τις πότισαν με αίμα, πριν πάρουν τον δρόμο για το σπίτι, ή την αγορά της Σύρας. Πόσους σμπάρους μετρούν τα πέτρινα αυτιά τους. Πόσες καλημέρες, πόσες βροχές. Πόσες αντάρες και λιοπύρια.

Ταξίδι στην Τήνο για πέρδικες.
Κι ύστερα, στα μοντέρνα, τα τωρινά τα χρόνια της απαξίωσης και του ωχαδερφισμού, πόσα φυσίγγια λιώνουν τον πάφιλά τους πάνω τους λερώνοντας τις. Πόσα ποτηράκια του καφέ και νάιλον σακούλες γεμίζουν τα κενά της δομής τους, αταίριαστος και σιχαμερός διάκοσμος, προίκα του νεοέλληνα. Τόσες κουβέντες, στα καρτέρια του Λεμονάκη, του Ζησιμάτου, του Κουλούρη, του Κουντούρη του παιδίατρου, του Φουστάνου, του Ντίνου, του Μαραγκούλα, του Τόζου κ.α.

Όπου υπάρχει ένα ντουφέκι, υπάρχει τουλάχιστον και μια ιστορία κρυμμένη στις θαλάμες του. Την έχουν ζήσει το κοντάκι κι ο ξυστός. Την έχει δει το στόχαστρο και είναι σφραγισμένη με το δακτυλικό αποτύπωμα του κατόχου του πάνω στην σκανδάλη, ως άλλο βασιλικό διάγγελμα.
Ο Νίκος ο Πετσόπουλος θυμάται και με καθηλώνει με μια ιστορία για τα ξακουστά συριανά σκυλιά.
 «Ο Αντώνης Μάνης, γνωστός στους παλαιότερους και ως Αγγελής, έβγαζε γερό μεροκάματο με αυτά τα σκυλιά. Πρέπει να είχε μέσα στις μάντρες του στην Σκορδιά πάνω από 400! Άλλα πουλούσε και άλλα νοίκιαζε. Μάλιστα, τα νοίκιαζε. Θυμάμαι έναν εφοπλιστή που ερχόταν στο νησί και είχε αδυναμία σε έναν αρσενικό πιτσιλιάρη, τον αλήτη.»

Παροιμιώδης η κυνηγετική δεινότητα αυτών των ημίαιμων σκυλιών. Μια ράτσα που, δυστυχώς, δεν μπόρεσε να σωθεί μέσα στο πέρασμα του πανδαμάτορος χρόνου. Κάποια λίγα ψήγματα αυτού του κοκτέιλ DNA κυλούν στο αίμα μερικών απογόνων τους, που συνεχίζουν να έχουν αδυναμία στα ξεροκόμματα ψωμιού με λάδι. Το επίσημο φαγητό της κυνηγετικής περιόδου τότε, που γέμιζε ενέργεια αυτές τις σαΐτες.

Χιλιάδες ώρες κουβέντας, χιλιάδες σελίδες, χιλιάδες χρώματα, χιλιάδες μυρωδιές, χιλιάδες γεύσεις, χιλιάδες συναισθήματα! Που πάω εγώ, τόσο μικρός…απειροελάχιστος! Προσκυνώ την χάρη σου, με σεβασμό και δέος!     

Το κυνήγι είναι ένα κομμάτι της ζωής των ανθρώπων, μια κληρονομιά όλων αυτών που ξέρουν τι σημαίνει φύση, ύπαιθρος. Είναι μια δράση άρρηκτα δεμένη με τον άνθρωπο, από την πρώτη μέρα που πάτησε το πόδι του έξω απ’ τον παράδεισο. Και είναι βέβαια σαφές ότι αυτή η ιδιότητα, θα τον ακολουθεί μέχρι να σβήσουν οι φωτιές στην κόλαση. Μέχρι τότε!

Δημοσιεύθηκε στο ένθετο περιοδικό ΚΥΝΗΓΙ του Ελεύθερου Τύπου στις 29/8/2012.    

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

ΜΠΡΑΒΟ ΦΙΛΕ ΝΙΚΟΛΑ ΚΑΛΑ ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΙ ΜΑΣ ΘΥΜΙΖΕΙΣ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΜΑΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΑΥΤΟ ΤΟ ΩΡΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ.ΕΝΑΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΜΕ ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΔΥΣΤΙΧΟΣ ΣΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΠΟΥ ΖΟΥΜΕ Ο ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΜΑΣ ΒΙΟΝΙ ΕΝΑΝ ΠΟΛΕΜΟ ΑΠΟ ΚΑΚΟΒΟΥΛΟΥΣ ΠΟΥ ΑΝΤΙ ΝΑ ΚΑΤΣΟΥΝ ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΝΑ ΠΙΟΥΝ ΤΟ ΚΑΦΕΔΑΚΙ ΤΟΥΣ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΤΟ ΚΑΛΑΜΠΟΥΡΙ ΤΟΥΣ ΑΣΧΟΛΟΥΝΤΑΙ ΜΕ ΤΑ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΤΟΝ ΜΕΛΟΝ ΤΟΥ ΔΣ ΟΤΙ ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΛΑΘΟΣ ΛΕΝΕ ΚΑΙ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΟΤΙ ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΤΟ ΔΣ ΦΤΑΙΝΕ.ΠΟΣ ΘΑ ΣΥΝΕΧΙΣΗ ΕΝΑΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΟΥ ΒΑΛΕΤΑΙ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ. ΑΠΟ ΛΑΜΟΓΙΑ ΠΟΥ ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟΚΤΙΣΑΝ ΟΝΟΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΛΛΟΓΟ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΓΑΘΟΕΡΓΙΕΣ ΤΟΥΣ ΛΙΜΕΝΟΝΤΑΝ ΑΠΟ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΛΕΙΛΑΤΟΥΣΑΝ ΤΟ ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΚΑΛΟΘΕΛΙΤΕΣ ΚΑΙ ΚΟΜΑΤΟΣΚΥΛΑ ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΡΟΥΣΦΕΤΙΑ ΣΕ ΛΙΓΟΥΣ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΝΟΜΟΥΣ.ΚΑΛΑ ΕΙΝΑΙ ΠΙΡΑ ΦΟΡΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΚΑΝΕΙ ΦΙΛΕ ΝΙΚΟ ΑΠΛΟΣ ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΙΑ ΧΑΙΡΟΜΟΥΝΑ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΛΥΠΟΜΟΥΝΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΣ ΕΙΜΑΣΤΑΝ ΚΑΙ ΠΟΣ ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΩΡΑ ΣΑΝ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ. Υ.Π ΣΥΓΝΩΜΗ ΓΙΑ ΤΑ ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΚΑ ΛΑΘΗ ΜΑ ΟΤΑΝ ΟΙ ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΜΟΥ ΛΕΓΕ ΝΑ ΚΑΤΣΟ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΟ ΕΓΟ ΑΡΠΑΓΑ ΤΗΝ ΣΦΕΝΤΟΝΑ ΝΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΠΙΓΕΝΑ ΓΙΑ ΚΥΝΗΓΙ

kaliakouda είπε...

Καλέ μου φίλε, άγνωστε επισκέπτη της σελίδας μου, σ’ ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια. Όλοι μας, λίγο ως πολύ, την ίδια τακτική έχουμε με τα διάφορα Δ.Σ. που έχουν περάσει κατά καιρούς από τον σύλλογο. Φταίει η λάθος νοοτροπία με την οποία μας έχουν μεγαλώσει όλοι αυτοί που θέλουν τα μέλη να μην μπλέκονται στα πόδια τους.

Τέλος πάντων, το να δέχεται κάποιος κριτική δεν είναι κακό, κακό είναι να διαφωνούν κάποιοι χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος, απλά για να κάνουν το κέφι του κολλητού τους, που θέλει αντί να ξεκολλήσει από τον πάτο και το κατακάθι, να κατεβάσει κι άλλους δίπλα του!
Για τις λεηλασίες και τα υπόλοιπα δεν έχω στοιχεία και δεν μπορώ να πω τίποτα, ή, αν έχω κάποια, πίστεψε με δεν θέλω να γυρίσω τον κόσμο τούμπα για να αποδείξω αυτά που έχει αρχίσει και ανακαλύπτει ο κοσμάκης μόνος του!

Αυτό που σου προτείνω απροκάλυπτα, είναι αυτά που νιώθεις, αισθάνεσαι και βλέπεις, αν νομίζεις ότι είναι σωστά να τα διαφημίζεις και να προσκαλείς κι άλλους να τα δουν και να τα ζήσουν, κοντά σ’ αυτούς που βάζουν την προσωπική τους ζωή σε δεύτερη μοίρα και προσπαθούν να μας εξ-υπηρετήσουν για δυο χρόνια.

Όσο αφορά την ορθογραφία σου, δεν με χαλάει καθόλου όντας ανορθόγραφος κι εγώ και όντας πιστεύοντας ότι δεν έχει σημασία πώς το γράφεις, αλλά ΤΙ γράφεις. Σίγουρα μετά τα γέλια από τα ορθογραφικά μαργαριτάρια, θα έρθουν και τα κλάματα απ’ το περιεχόμενο!!!

Να’σαι καλά, ζεστές κάννες.