ΚΥΚΛΑΔΙΤΙΚΟΙ ΝΤΟΥΜΠΛΕΔΕΣ

«ὑγίειάν τε γὰρ τοῖς σώμασι παρασκευάζει καὶ ὁρᾶν καὶ ἀκούειν μᾶλλον, γηράσκειν δὲ ἧττον»

"Η ασχολία με το κυνήγι φέρνει υγεία στο σώμα, οξύνει την όραση και την ακοή και επιβραδύνει τα γηρατειά"

Από το μεγαλειώδες έργο του ιστορικού Ξενοφώντα 430π.χ. - 354π.χ. "Κυνηγετικός" τον 5ο π.χ. αιώνα

Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

Εμπροσθογεμές... made in Syros!



Την εποχή που στην Ελλάδα οι ανάγκες τις καθημερινότητας αποτελούσαν εφαλτήριο δημιουργικότητας, η ευρηματικότητα των ανθρώπων ήταν ικανή να γεννήσει ακόμα κι ένα κυνηγετικό όπλο. Κάπως έτσι δημιουργήθηκε ένα συριανό κυνηγετικό λειόκαννο. Με τη βοήθεια ενός οξυγονοκολλητή, ενός κομματιού πεύκου από τον ταρσανά για κοντάκι και φιτιλιού από τα κλωστήρια…



Του Νίκου Βασάλου http://kaliakouda.blogspot.com

Για ένα πράγμα που αισθάνομαι ευτυχισμένος από το γρήγορο πέρασμα που είχα απ’ τα κοινά του συλλόγου μου, είναι ότι γνώρισα αξιόλογα άτομα. Ερωτευμένοι κι αυτοί με το ιδεώδες του κυνηγίου. Υπερήφανοι εκπρόσωποι της φαμίλιας των κυνηγών και πιστοί στην Θεία Μετάληψη που προσφέρει ο ίσιος δρόμος. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να βρισκόμαστε όποτε μας το επιτρέπουν οι υποχρεώσεις μας και να ρουφάω στάλα στάλα τις κουβέντες τους, αντίδοτο στο δηλητήριο που μας κερνά με κάθε κλικ του ρολογιού η ζοφερή πραγματικότητα.

Ταξιδεύω, αλλάζω πλανήτη και ακούω μέσα στην ψυχή μου τις ιστορίες από τα παλιά που έχουν όλοι αυτοί να μου πουν. Κάποιος είπε ότι για να είσαι καλός παραμυθάς, προϋπόθεση δεν είναι μόνο να ξέρεις μια καλή ιστορία, αλλά να έχεις και καλό ακροατήριο. Εγώ ο άμοιρος κάθομαι στην καρέκλα, τεντώνω τα αφτιά μου, γουρλώνω τα μάτια και ικετεύω για ένα ταξίδι στην λήθη. Τι άλλο να ζητήσει ένας αφηγητής. Αυτοί σαν αντάλλαγμα με κερνούν ένα μεθυστικό ταξίδι που μυρίζει θυμάρι, ρίγανη και βρεγμένο χώμα.

Ήταν ένα υπέροχο απόγευμα Σαββάτου. Όχι γιατί επιδόθηκα σε καλοκαιρινές κραιπάλες, αλλά γιατί είχα την ευκαιρία να βρεθώ με δυο καλούς φίλους και να ταξιδέψω πίσω στον χρόνο.

 Ο Αντώνης, πιστό αντίγραφο χολιγουντιανού ηθοποιού και σκηνοθέτη, φώτισε το κρησφύγετο μου με ένα πλατύ χαμόγελο φέρνοντας μαζί και τον πατέρα του τον κύριο Ιωσήφ. Ένας καλοσυνάτος άνθρωπος που αντέχει να σηκώνει σθεναρά στους ώμους του, τους 75 Μάηδες που έχει δει να ανθίζουν την Σύρα. Μιλήσαμε για κυνήγια, για σκύλους, για κυνηγετικά ταξίδια πέρδικας στην Σίφνο και την Άνδρο. Μιλήσαμε αναπόφευκτα και για τουφέκια, μιας που έχω μια επιπλέον «ευαισθησία» με τούτα τα όργανα του διαβόλου.

Η μια κουβέντα έφερε την άλλη, η μια εταιρία παράβγαινε της προηγούμενης. Τότε ήταν που άκουσα, για πρώτη φορά, ότι η Σύρα εκτός από δικό της σκαγάδικο είχε και «κατασκευαστική μονάδα» κυνηγετικών όπλων!

«Βρε τα καλύτερα τουφέκια ήταν τα Συριανά» είπε ο κύριος Ιωσήφ και με άφησε να προσπαθώ να στηριχτώ στην πλάτη της καρέκλας, ψάχνοντας στον «σκληρό» του μυαλού μου πού είχα αποθήκευση την πληροφορία, για να μπορέσω να παρακολουθήσω την συζήτηση. Μάταια έψαξα να θυμηθώ κάτι για να προσθέσω κι εγώ ένα «καρύκευμα» στην κουβέντα. Η είδηση γυρνούσε στο κεφάλι μου όπως τα ρούχα στο πλυντήριο την ώρα του στυψίματος. Το πονηρό χαμόγελο του μου έβαλε μεγάλη πυρκαγιά, τόσο μεγάλη που φάνηκα αγενής. Σήκωσα το χέρι μου και έκανα σήμα στον Αντώνη να μην μιλάει για να ακούσω παρακάτω.

«Σιγά φίλε, μισό λεπτό. Εδώ έχουμε ζουμί» είπα χωρίς να αφήνω από τα μάτια μου το βλέμμα εκείνου που ήξερε ότι με έχει στείλει αδιάβαστο! Μέχρι τώρα τα μόνα προϊόντα που ήξερα να έχουν αποκλειστικά συριανή ταυτότητα, ήταν τα πάλαι ποτέ συριανά Μπρακ. Τα σκάγια που έκαναν ηρωικές εξόδους από πολλές κάννες σε όλη την Ελλάδα, τα νοστιμότατα συριανά λουκούμια, τα οποία δεν έχουν άμεση σχέση με το κυνήγι πέραν του γνωστού λογοπαίγνιου -τουφεκιά λουκούμι- και το μοναδικό, πικάντικο τυρί Σαν Μιχάλη που συνόδεψε πολλά κυνηγετικά φαγοπότια.

Τα σου ‘πα - μου ‘πες ήταν περιττά. Κούνησα τα δάχτυλα μου, προκαλώντας τον «αιχμάλωτο» μου να πει αυτά που ήξερε με ύφος επίμονο και επιτακτικό, σε μια ανάκριση εντελώς φιλικού χαρακτήρα.

Ιδού, λοιπόν, η συνταγή της επιτυχίας, η απτή απόδειξη της λειτουργικής δεινότητας του μυαλού του Έλληνα, απόγονου του πολυμήχανου Οδυσσέα. Αντικείμενο τιθάσευσης αυτών που επιχειρούν μια νέα «κατοχή» στην χώρα με άλλα όπλα και η εφαρμογή της παροιμίας “πενία τέχνας κατεργάζεται”.

«Δεν είχαμε λεφτά για όπλα τότε. Είχαμε όμως στο μυαλό μας τον τρόπο που δούλευαν τα εμπροσθογεμή ντουφέκια. Παίρναμε μια σωλήνα 3/4" και πηγαίναμε στον Μαρκαδάκη, γνωστός οξυγονοκολλητής της εποχής. Αυτός κολλούσε μια τάπα στο πίσω μέρος και άνοιγε μια τρύπα λίγο πιο πάνω από το «τυφλό» σημείο. Μια μούφα στα χείλη της σωλήνας, έδινε μεγαλύτερη αντοχή στην αυτοσχέδια κάννη κατά την έξοδο της τουφεκιάς. Ο ταρσανάς των αδελφών Μαυρίκου ήταν ο επόμενος σταθμός. Ένα κομμάτι πεύκο μετατρέπονταν σε κοντάκι, τσεμπέρια το έδεναν με την κάννη και έτοιμο!  

Ζωνόμαστε με τρεις ωριές φυτίλι από τα κλωστήρια, που τότε ήταν πολλά στο νησί, μπαρούτι μαύρο και σκάγια. Ένα κομμάτι καλάμι ήταν το μετράρι μας. Για τάπα εγώ έβαζα συκόφυλλα. Οι αναπτήρες, εκτός του ότι ήταν ακριβοί, δεν υπήρχαν τότε σε ευρεία κυκλοφορία γι’ αυτό και το φυτίλι άναβε από το σπίτι και δις την ώρα το φυσούσαμε για να διώχνουμε την στάχτη και να μένει αναμμένο.

Σκανδάλη και καψούλι ήταν απόντα από το τουφέκι αυτό. Η πυροδότηση γίνονταν βάζοντας στην τρύπα της κάννης γόμωση από άσκαστες οβίδες του Β’ παγκοσμίου πολέμου, τις οποίες κάποιοι θαρραλέοι είχαν ανοίξει. Το υλικό αυτό είχε την μορφή του σπίρτου και τα λέγαμε κεράκια. Το κυνήγι περιοριζόταν σε θηράματα που κάθονταν γιατί μέχρι να πάρει το «κεράκι», να μεταφέρει την φωτιά μέσα στην κάννη και να φιλοτιμηθεί το μαύρο μπαρούτι να αρπάξει, ήταν μια διαδικασία η οποία δεν επέτρεπε την πυροδότηση σε κίνηση και αρκετές φορές γίνονταν μόνο για το μπαμ, αφού μέσα σε όλη αυτή την αναμονή, το πουλί είχε σηκωθεί και η τουφεκιά απλά το έδιωχνε μακρύτερα.

Εγώ τρωγόμουν και έψαχνα κάτι πιο ακαριαίο, κάτι εξίσου γρήγορο με το άκαπνο μπαρούτι και τα όπλα του εμπορίου. Έφταιξα ένα μείγμα από κόλλα γκαζεϊνη την οποία χρησιμοποιούσα στην δουλειά μου, καθότι ήμουν ξυλουργός. Μπαρούτι που είχα κάνει πούδρα και την άγρια πλευρά που ανάβει τα σπίρτα στα κουτάκια. Κυλούσα μέσα σ’ αυτό ένα σπάγκο βρεγμένο με την κόλλα και είχα ένα φυτίλι πολύ γρήγορο. Αργότερα με ένα σύρμα έφτιαξα και σκανδάλη, για να μην χρειάζεται να εστιάζω αλλού και χάνω το θήραμα από τα μάτια μου. Τραβούσα την σκανδάλη, αυτή κολλούσε το αναμμένο φυτίλι πάνω στον σπάγκο με το μείγμα και…μπαμ! Κυνηγούσα πλέον λες και είχα κανονικό, αγοραστό ντουφέκι. Είχα βελτιωθεί τόσο πολύ με τον καιρό, που έκανα και σκοποβολή σε μικρόπουλα στα πεταχτά.»

Τα μάτια του μαστρο Γιωσήφη αστραποβολούσαν. Η γλώσσα του σώματος πλημμύριζε τον μικρό χώρο και μας μετέφερε όλο τον παλμό και την λαχτάρα. Ξαναζούσε την στιγμή, το κυνήγι με το χειροποίητο ντουφέκι στα χέρια κι εμείς, είμαστε εκεί! Κάποιες στιγμές ίσως να κούνησα τα χέρια μου για να απομακρύνω την κάπνα του μαύρου μπαρουτιού, ή του τσιγάρου που μου έκαιγε τα δάχτυλα αφού η πλοκή με είχε συνεπάρει.

ΥΓ. Σ’ ευχαριστώ πολύ γι’ αυτά που μοιράστηκες μαζί μου και γι’ αυτά που θα μου πεις στο επόμενο ραντεβού μας.  

Δημοσιεύθηκε στο ένθετο περιοδικό του Ελεύθερου Τύπου ΚΥΝΗΓΙ στις 21/8/2013. 

2 σχόλια:

zoyzoy είπε...

Πρέπει να το διαβάσει ο κουμπάρος αυτό!Για φαντάσου και η Σύρα όπλα!
Εγώ πάντως καταχάρηκα τον τρόπο που μεταδίδεις με την πένα σου τις πληροφορίες μαγεία είναι να σε διαβάζει κανείς και ας μην έχει και μεγάλη σχέση με το κυνήγι!

Φαντάσου τώρα να πέσεις σ'ενα κοπάδι με πέρδικες μ'αυτό το όπλο!

Δεν θα το φας απ'τα νεύρα σου!!

Καλά κυνήγια εύχομαι!

kaliakouda είπε...

Σευχαριστω πολυ για τα καλα σου λογια κουμπαρα, με τιμας.

Η χαρα ειναι ολη δικη μου για την καλησπερα.

Ο παππους που βρηκα, ολως τυχαιως, ειναι σκετος θησαυρος. Εχει ακομα πολλα ταξιδια να μας κανει!

Καλα κυνηγια να εχει και ο Γιωργης με υγεια.

Να'σαι καλα που περασες απο εδω.