ΚΥΚΛΑΔΙΤΙΚΟΙ ΝΤΟΥΜΠΛΕΔΕΣ

«ὑγίειάν τε γὰρ τοῖς σώμασι παρασκευάζει καὶ ὁρᾶν καὶ ἀκούειν μᾶλλον, γηράσκειν δὲ ἧττον»

"Η ασχολία με το κυνήγι φέρνει υγεία στο σώμα, οξύνει την όραση και την ακοή και επιβραδύνει τα γηρατειά"

Από το μεγαλειώδες έργο του ιστορικού Ξενοφώντα 430π.χ. - 354π.χ. "Κυνηγετικός" τον 5ο π.χ. αιώνα

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

Το πιο συναρπαστικό κυνήγι!

Του Νίκου Βασάλου http://kaliakouda.blogspot.gr

Έστυβα το μυαλό μου για να κατεβάσει μια ιστορία, από τις εκατοντάδες που μου έχουν εξιστορήσει κατά καιρούς φίλοι και γνωστοί. Ο καυτός ήλιος του Ιούνη όμως δυσκόλευε το λιγοστό μυαλό που έχει απομείνει στο κεφάλι μου να δουλέψει και να βάλει σε σειρά πρόσωπα και γεγονότα. Πάλι η φύση έκανε την δουλειά της και ένας λιλιπούτειος απεσταλμένος της, μπόρεσε να μου φρεσκάρει την μνήμη.

Ένα νεαρό σπουργίτι, από αυτά που αφήνουν πρόωρα την ασφάλεια της φωλιάς και που έχουν ακόμα στις άκρες του ράμφους τους την κίτρινη μεμβράνη, μπήκε ξαφνικά από το παράθυρο του φορτηγού καθώς ήμουνα καθ’ οδών κι έκατσε στον ώμο μου τιτιβίζοντας τρομαγμένο.

Τα ντιζελοκίνητα άτια μου υπάκουσαν ευθύς και δέκα τόνοι ακινητοποιήθηκαν με μιας. Μια κραυγή έκπληξης βγήκε από το στόμα μου, παράταιρο, μπάσο σιγόντο στο πρίμο κελαΐδισμα του μικρούλη ίκαρου. Προς στιγμής σαν να μου φάνηκε ότι με τρόμαξε το άτιμο, εμένα τον κυνηγάρα, 6 εκατοστά μπαλίτσα. Ο εμφανώς τρομαγμένος  επισκέπτης μου προσπαθούσε να ισορροπήσει μεταξύ των ώμων και του γυμνού κρανίου μου, αφού ήθελε με απόγνωση να αποφύγει τα χέρια που προσπαθούσαν να τον φυλακίσουν. Έμεινα λίγο ακίνητος για να ηρεμήσουν τα πνεύματα κι από τις δυο πλευρές και άφησα το γιαβρί να μου πει τα μυστικά του.

Με μια αποφασιστική κίνηση το έκλεισα με προσοχή στο ένα μου χέρι και ένοιωσα την καρδιά του να θέλει να ξεκολλήσει από το στήθος του. Το έβγαλα έξω απ’ το παράθυρο και το άφησα να πετάξει. Έχει πολλά ακόμα να μάθει για τον κόσμο των ανθρώπων, μα και να πει την εμπειρία του στους δικούς του πίσω στην φωλιά. Τι λαχταρά θα πέρασαν κι αυτοί όταν το είδαν να ορμάει στον αέρα όντας ανέτοιμο ακόμα! Τι τα θες τι τα γυρεύεις, ο γονιός, όποια μορφή κι αν έχει, είναι πάντα γονιός. Η φροντίδα, η ευθύνη κι η αγωνία είναι πάντα τα συναισθήματα που τον συντροφεύουν όποιας φυλής κι αν είναι.

Αμέσως σκέφτηκα τις μικρές μου νεράιδες και τις δικές μου αγωνίες που με σιγοτρώνε 13 χρόνια τώρα. Πως περνά ο καιρός!

Τότε που δεν είχε κανείς στο μυαλό του, σαν επιτακτική ανάγκη, να δουλεύει όντας αδειούχος για να συμπληρώνει το εισόδημα του, ο Σεπτέμβρης ήταν ολοκληρωτικά δικός μου. Από την πρώτη ως την τελευταία μέρα του, κάθε πρωί χαιρετούσα τον ήλιο από το βουνό, καθώς ανέτειλε αγουροξυπνημένος πίσω από την Δήλο. Έτσι κι εκείνο το πρωί, 30 του Σεπτέμβρη, είχα ανέβει αξημέρωτα να μαζέψω την πρωινή δροσιά. Το καρτέρι δεν είχε πια ουσία και χασομερούσα στο αυτοκίνητο ρουφώντας νωχελικά μερικά τσιγάρα για να ανοίξω τα πλεμόνια μου (!) μέχρι να φέξει.

Πότε πότε η ποϊντερίνα που είχα στο πορτ μπαγκάζ σάλευε, λες και ήθελε να αναμοχλεύσει την αγωνία μου για εκείνη την έξοδο και ύστερα πάλι ησυχία. Κάτι κατσουλιέρηδες σφυρούσαν καθώς έπαιρναν την κατηφόρα της πλαγιάς κι εγώ θυμόμουνα τον Θοδωρή τον Σαλαλέ που έλεγε ότι σαν κράζουν αυτοί από αξημέρωτα, δεν έχει γίνει πέρασμα. Εύστοχες παρατηρήσεις ανθρώπων που μεγάλωσαν στο βουνό με το κυνήγι.

Μέσα σε όλη αυτή την νιρβάνα που με είχε φέρει η ησυχία του πρωινού, θυμήθηκα ότι είχα κλειστό το κινητό μου και άρχισα μηχανικά να το ψάχνω μέσα στην τσέπη μου. Καλό εργαλείο όταν είσαι μόνος σου στην θάλασσα και στο βουνό. Μόλις μπήκε σε λειτουργία κι εντόπισε το σήμα του, οι κλήσεις ερχόντανε βροχή η μια πίσω απ΄ την άλλη. Το σπίτι, ο κουμπάρος μου, χαμός μεγάλος. Δεν πρόλαβα να μετρήσω πόσες φορές με είχαν πάρει. Πριν καταλάβω τι έχει συμβεί, ξαναχτύπησε και φανερά τρομαγμένος απάντησα στην κλήση της γυναίκας μου. «Έλα σπίτι γιατί έσπασαν τα νερά!». Τα νερά, πια νερά; Όχι σε μένα Πανάγια μου πρωί πρωί! Άντε να ψάχνω εγώ να βρω από πού είναι η διαρροή τώρα. Κι αν έχει ορτύκια τι θα κάνω; Θα αφήσω το κυνήγι και θα πιάσω τα καβούρια και τις σωλήνες; Σκέψεις που πέρασαν σαν φωτοβολίδα από το μυαλό μου μέχρι να κάνω την μαγική ερώτηση «πια νερά» και να πάρω την ολέθρια απάντηση «τα δικά μου».

Ολέθρια όχι για μένα, αλλά για όποιον έτυχε να με συναντήσει τα επόμενα 10 λεπτά στον δρόμο μέχρι να φτάσω στο νοσοκομείο και για το άμοιρο το σκυλί μου που ξαφνικά βρέθηκε αντί του γνωστού κι αγαπημένου κυνηγότοπου, σε θαλασσοταραχή που έφτανε τα 12 μποφόρ! Τι τούμπες θα έκανε η καημενούλα η Ηρα μέσα στο πορτ μπαγκάζ ούτε εγώ δεν ξέρω. Όλοι οι γνωστοί που κυνηγούσαμε κάθε πρωί παρέα είχαν αρχίσει να έρχονται ο ένας πίσω από τον άλλον κι εγώ γύριζα τα πίσω σαν τρελός. «Σπάσανε τα νερά, σπάσανε τα νερά» έλεγα και ξαναέλεγα μοναχός μου και ήθελα εκείνη την στιγμή να κάνω το αυτοκίνητο σαΐτα να πετάξει!

Μέσα σ’ αυτό τον πανικό όπλο, ντορβάς, φυσίγγια και σκύλος να χορεύουν σαν τρελά, εγώ να μην ξέρω προς τα πού να πάω κι οι ανυποψίαστοι γνωστοί και φίλοι να γνέφουν και να με κοιτούν με απορία που έφευγα χωρίς καλά καλά να φέξει.

Έκανα την διπλάσια απόσταση απ’ ότι είχε για να κατέβει η επίτοκος στο νοσοκομείο, στο μισό χρόνο. Πρόλαβα και τσιγάρο να καπνίσω, ως είθισται να κάνουν οι απανταχού πελαγοδρομούντες μέλλοντες πατεράδες. Ο Αντώνης, ο κουμπάρος μου,  «πλήρωσε την νύφη», αφού κλήθηκε να επιστρέψει τα άρματα και το σκυλί στο σπίτι, το οποίο μόλις άνοιξε η πόρτα πετάχτηκε σαν ελατήριο και το έβαλε στα πόδια. Ίσως να φώναξε κιόλας με ανθρώπινη λαλιά «Μανούλα τι ήταν τούτο!».

Όλα πήγαν καλά, αν εξαιρέσουμε τον ένα μήνα της προωρότητας του τοκετού, κι εγώ ετοιμαζόμουν να επιστρέψω σπίτι για αλλαγή περιβολής. Στην είσοδο του νοσοκομείου συναντήθηκα με έναν γνωστό ο οποίος, αφού με είδε με την παραλλαγή ρώτησε για την κάρπωση της μέρας «είχε τίποτα σήμερα;». Φούσκωσα από καμάρι και απάντησα «Δυο περδικούλες έκανα!» και έδειχνα τον όροφο του μαιευτικού.


Το πιο τρελό, το πιο γρήγορο, το πιο συναρπαστικό κυνήγι της ζωής μου. Κι αν με θεωρείς εσύ τώρα χαζομπαμπά, σου απαντώ με την γνωστή ρήση και το απαραίτητο μειδίαμα στο στόμα: «Και γιατί να το κρύψομεν άλλωστε;».

Δημοσιεύθηκε στο ένθετο περιοδικό του Ελεύθερου Τύπου ΚΥΝΗΓΙ στις 25/6/2014.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Οι περδικούλες σου αν κ θα φύγουν κάποια στιγμή απ τη φωλιά μας θα σου θυμίζουν πάντα το ένα κ μοναδικό το καλύτερο κυνήγι της ζωής σου και αξίζει να καμαρώνεις γι'αυτό.