ΚΥΚΛΑΔΙΤΙΚΟΙ ΝΤΟΥΜΠΛΕΔΕΣ

«ὑγίειάν τε γὰρ τοῖς σώμασι παρασκευάζει καὶ ὁρᾶν καὶ ἀκούειν μᾶλλον, γηράσκειν δὲ ἧττον»

"Η ασχολία με το κυνήγι φέρνει υγεία στο σώμα, οξύνει την όραση και την ακοή και επιβραδύνει τα γηρατειά"

Από το μεγαλειώδες έργο του ιστορικού Ξενοφώντα 430π.χ. - 354π.χ. "Κυνηγετικός" τον 5ο π.χ. αιώνα

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

Οι πέρδικες των Κυκλάδων.



Του Νίκου Βασάλου http://kaliakouda.blogspot.com

Για τον Βαλσαμή η λέξη πέρδικα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με ταξίδια και φυσικά ιστορίες. Λίγο ως πολύ όμως για κάθε «Συριανό τουφέκι» η πέρδικα σημαίνει τα ίδια πράγματα, έχει την ίδια επίδραση, προκαλεί το ίδιο ρίγος και αντιλαλεί το ίδιο δυνατά στα αυτιά του, μέχρι το κέντρο του μυαλού!

 Η κουβέντα με τον Βαλσαμή, δεν αργεί να αποκτήσει κυνηγετικό ενδιαφέρον, όντας πολύ παθιασμένος κυνηγός. Μεγαλωμένος ανάμεσα σε δεκάδες τουφέκια που είχε ντανιαρισμένα ο παππούς του και όλα τα εξαρτήματα ενός ιδιογωμωτή. Με κυνηγό πατέρα, περνώντας τα καλοκαίρια και αρκετά από τα Σαββατοκύριακα του 

Σεπτέμβρη σε ένα από τα χωριά της Σύρας, του οποίου τα καρτέρια στις πέριξ βουνοπλαγιές βροντοκοπούν ακόμα και σήμερα την εποχή των τρυγονιών και όχι μόνο. Αν ο συνομιλητής έχει το ίδιο σαράκι μέσα στα σωθικά του, το επίκεντρο της κουβέντας δεν αργεί να αλλάξει και το κυνήγι ταξιδεύει μυαλό και χείλη για ώρες.

Έναν Σεπτέμβρη, από τους πάλαι ποτέ περδικάρηδες Σεπτέμβρηδες, ο Βαλσαμής με παρέα περνούσε τα 40 κύματα. Τόσα μας χωρίζουν από την όμορη περδικομάνα Τήνο και είναι άπειρες οι φορές και πολλές οι γενιές που εδώ και χρόνια, μετρούν αυτά τα κύματα γατζομένοι στα ρέλια ενός καϊκιού, στα μπαλόνια ενός φουσκωτού, ή, απολαμβάνοντας την ολιγόλεπτη φιλοξενία ενός πλοίου της γραμμής, αιτία ενός περδικοκυνηγίου.
  
Το πλοίο έφτασε και η παρέα αποφάσισε να καβατζάρει μέχρι τον μακρινό Πύργο, για έναν καφέ. Το πανέμορφο παραθαλάσσιο χωριό με τον γραφικό όρμο ήταν κατάμεστο από κόσμο. Φίλοι και γνωστοί στριμώχτηκαν σε ένα τραπέζι. Ένας περίεργος μαρμαροκαλλιτέχνης, ο Φίλιππας, έκανε την εμφάνισή του πάνω απ’ τις πλάτες τους, καθώς τον τράβηξε το πολυπληθές μπουλούκι και ο παλμός την κουβέντας των νέων παιδιών.

 «Από πού είσαστε ρε παιδιά και τι κάνετε εδώ;» ρώτησε γελώντας κοιτώντας στα μάτια έναν έναν τους νεαρούς άντρες. «Συριανοί είμαστε και ήρθαμε για κυνήγι» απάντησε κάποιος κι αυτός συναίνεσε κουνώντας το κεφάλι του σαν να ήξερε από πριν την απάντηση. Τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια!
  
Αμέσως μετά τους πήρε με την σειρά και ρωτούσε ονόματα, επίθετα και ρίζες γενεαλογικού δέντρου. «Πως σε λένε, ποιανού είσαι» κτλ. Κανενός το όνομα δεν έλεγε κάτι στο θυμητικό του γητευτή του μαρμάρου εκτός από δυο. «Ώστε εσύ είσαι του Λευτέρη του μαρμαρά γιος κι εσύ της Βαγγελιώς της νοσοκόμας;» είπε στον Βαλσαμή και στον Βασίλη. Ο μαστροΛευτέρης είχε μπει με την τέχνη του σε όλα τα σπίτια της Σύρας και σε πολλά στα γύρω νησιά. Το όνομά του έχει γίνει συνώνυμο με αυτό του μαρμάρου κι η Βαγγελιώ η αδερφή του Αντρέα του Νταβά, κυνηγός κι αυτός, είχε ράψει πολλά σπασμένα κεφάλια από τα καλόπαιδα της εποχής, τα οποία δεν είχαν σε τίποτα να οργανώσουν έναν πόλεμο με σφεντόνες στο άψε σβήσε, αλλά και όλους τους πατινάκηδες, που μετρούσαν με το σαγόνι τα σκαλιά της γειτονιάς τους!

 «Με τον πατέρα σου έχουμε συνεργαστεί πολλές φορές και με την μάνα σου, χθες που ήμουνα στην Σύρα, πίναμε κρασί με παρέα» είπε γεμάτος χαρά που γνώρισε γόνους ανθρώπων που εκτιμούσε πολύ. «Αποφασίσατε που θα πάτε για πέρδικες;» ρώτησε αφήνοντας υπονοούμενα για την επόμενη πρότασή του. «Όχι ακόμα, αλλά κάτι έχουμε κατά νου» είπε κάποιος. «Θα σας στείλω εγώ να πάτε στα δικά μου τα χωράφια, να κάνετε  το κέφι σας». Ο Βαλσαμής και ο Βασίλης, η καλύτερα οι γονείς τους, ήταν η αιτία που ολόκληρη η παρέα ευεργετήθηκε, αν και κάποιοι αγνόησαν την πρόσκληση του Φίλιππα του Καγιώργη και αποφάσισαν να δώσουν στην τύχη τους μια αγκωνιά! Σωστό κι αυτό, θεμιτό στο κυνήγι και σίγουρα ένας από τους όρους του παιχνιδιού.
  
Η επόμενη μέρα χάρισε πολλά χαμόγελα σε όλη την παρέα, αφού οι συναντήσεις με τις Βασίλισσες του βουνού ήταν πολλές για όλους.
 Η αίσθηση που μένει όμως στο μυαλό του κάθε Συριανού που έχει κάνει ένα ταξίδι για κυνήγι σε κάποιο κυκλαδονήσι και έτυχε να πιάσει την κουβέντα με κάποιον ντόπιο, είναι ότι όντως οι Κυκλάδες είναι μια γειτονιά. Όλο και κάποιον γνωστό, ή ακόμα και συγγενή θα βρει να έχει κοινό με τον συνομιλητή του και κατ’ ουσία δεν έχει να μοιράσει τίποτα πέρα από τον ήλιο, την θάλασσα και τον καθάριο αέρα που πλημμυρίζουν τα νησιά μας και δεν θα στερέψουνε ποτέ! 

Δημοσιεύθηκε στο ένθετο περιοδικό του Ελεύθερου Τύπου ΚΥΝΗΓΙ στις 17/04/2013.

Δεν υπάρχουν σχόλια: