ΚΥΚΛΑΔΙΤΙΚΟΙ ΝΤΟΥΜΠΛΕΔΕΣ

«ὑγίειάν τε γὰρ τοῖς σώμασι παρασκευάζει καὶ ὁρᾶν καὶ ἀκούειν μᾶλλον, γηράσκειν δὲ ἧττον»

"Η ασχολία με το κυνήγι φέρνει υγεία στο σώμα, οξύνει την όραση και την ακοή και επιβραδύνει τα γηρατειά"

Από το μεγαλειώδες έργο του ιστορικού Ξενοφώντα 430π.χ. - 354π.χ. "Κυνηγετικός" τον 5ο π.χ. αιώνα

Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2015

Μια πέρδικα και να ‘ναι αντρίκεια!


Του Νίκου Βασάλου http://kaliakouda.blogspot.gr

Το περδικοκυνήγι συνοδεύεται από το προσωνύμιο «αντρικό». Φυσικά γνωρίζουμε όλοι τον λόγο που συμβαίνει αυτό. Μια βασίλισσα δεν θα άξιζε κάτι λιγότερο, παρά ο θηρευτής της, αν μη τι άλλο, να τιμά τα όπλα που φέρει. Η βασίλισσα του δάσους σε υποχρεώνει να συρθείς μέσα στο πυκνό. Να αφήσεις κομμάτια των ρούχων και ενίοτε της σάρκας σου πάνω στα βάτα, για να γευτείς την χαρά της κάρπωσής της. Απαιτεί να τζουράρουν τον ντορό της ρουθούνια έμπειρα. Να την πάρουν στο κατόπι, σαν αρχινήσει τα σουλάτσα, ποδάρια γρήγορα. Να την μπλοκάρει μυαλό ξουράφι και τότε ξεδιπλώνει τα πέπλα της με θόρυβο πολύ. Ένα φευγάτο βλέμμα είναι αρκετό που ρίχνει πίσω από την πλάτη της, προτού αρχίσει να χορεύει στον αέρα για να μπερδέψει το ντουφέκι.

Εν προκειμένω, η βασίλισσα του βουνού –ορεινή ή νησιωτική- θέλει το κυνήγι της να γίνεται μέσα στο λιοπύρι. Να γυαλίζουν τα βράχια από την ζέστη. Να σου τρυπάει ο ήλιος το κορμί. Να λιώνουν οι διώκτες της από τον πόθο για εκείνη κι απ’ την θερμοκρασία. Να ανοίξουν σόλες αρβυλών και πέλματα από σκύλους. Να μοιάζει βάρος αβάσταχτο το σιδερικό με τα φυσίγγια κι αυτός ο ντορβάς με το νερό, να σου ‘ρχεται να τον πετάξεις στον γκρεμό κι ας ψοφήσεις την άλλη στιγμή από την δίψα. Θέλει σκυλί περήφανο με μέτωπο ψηλά. Τα μόρια του αέρα να ψηλαφίζει και να πλανάρει σαν σκιά ανάμεσα στα κακοτράχαλα, τα φρύγανα και τ’ ασπαλάθια. Κάποιες φορές αξίωσε και πήρε την ζωή πολλών σκυλιών που είχαν άσβεστο μεράκι και πετάξαν μαζί της στο κενό!

Τα δείγματα αυτού του αγριμιού, δυστυχώς, έχουν αρχίσει να σπανίζουν στα περδικοτόπια. Πλέον οι πέρδικες, από αιτίες που δεν είναι της παρούσης, έχουν αρχίσει να βάζουν μέσα στο DNA τους το αλισβερίσι με σκυλιά κι ανθρώπους σαν κάτι το φυσιολογικό. Είναι φορές που κάθονται και σε κοιτάνε ατάραχες κι αφού «πάρουν τα μέτρα σου» για τα καλά, γυρνούν την πλάτη και συνεχίζουν την βοσκή και το παιχνίδι με το χώμα.


«Δεν πάω εγώ για πέρδικες εδώ, τέλος!» δηλώνει ο Μήτσος κατηγορηματικά κάθε φορά που έρχεται η κουβέντα. «Αυτές δεν είναι πέρδικες, κότες είναι μωρέ! Εγώ δεν θέλω κρέας, θέλω κυνήγι αντρικό. Να στάξει το μπλουζάκι! Αν μου ταιριάξει και θέλει ο Θεός να κάνω κέφι εντάξει, αλλιώς να περπατήσω ολημερίς κι ας κάνω μια στο τέλος, αλλά όπως πρέπει.»

Το ταξίδι δεν άργησε να οργανωθεί. Βρέθηκε σκάφος γρηγορόπλωο, καβαλάρης των κυμάτων και παρέα με φτερωτά ποδάρια. Η Σέριφος επιλέχθηκε σαν τόπος κυνηγιού. Ο όρμος του Καραβά θα ήταν το αραξοβόλι και το ορμητήριο συνάμα. Ο Μάρτης δεν λείπει απ’ την σαρακοστή, ούτε κι ο Βαλσαμής από ένα ακόμα περδικοκυνήγι. Ο σκύλος είναι η αχώριστη παρέα του σε όλα τα κυνήγια, γι’ αυτό πήρε μαζί και το ποϊντερ που είχε πρόσφατα αποκτήσει, τον Μόργκαν. Εκτός του Μήτσου και του Βαλσαμή, μαζί ταξίδεψαν στο όνειρο ο Μάριος, ο Λούης, ο Δημήτρης -που κατά το παρελθόν είχε περάσει από την ηλεκτρική καρέκλα του γραμματέα του συλλόγου- κι ο Νίκος που σαν άλλος Σαμψών, του έκοψε τα μαλλιά η θάλασσα η Δαλιδά. Εντούτοις, τα φτερά από τα πόδια του και το πάθος του για το κυνήγι, δεν μπόρεσε να τιθασεύσει.

Το άγονο, τραχύ κυκλαδίτικο τοπίο -σε όλο του το μεγαλείο- καλωσόρισε τους ταξιδευτές. Η φύση, σαν καλή μάνα, προσέφερε κάλυψη στα παιδιά της με τους ασπαλάθους που έφταναν πάνω από ένα μέτρο ύψος. Τα κακοτράχαλα αγρίεψαν στο αντίκρισμα των ξένων κι ορθώθηκαν ακόμα πιο πολύ. Ο ήλιος έβαλε τα δυνατά του κι οι πέρδικες τηρώντας ομερτά, έμειναν βουβές και άφαντες. Μάλλον το «μάθημα» που είχαν πάρει τις προηγούμενες μέρες τις μεταμόρφωσε σε σκιές και χρησιμοποιώντας τα πόδια τους, έναντι των φτερών, απέφευγαν με περίσσια ευκολία τους θηρευτές.

Το αίμα έβρασε μέσα στα σώματα κι ανέβηκε στο κεφάλι. Ο ανήφορος μεγάλος, απότομος. Ο ήλιος και τα αγκάθια γελούσαν σε κάθε βήμα τους. Ήταν κι αυτή η ακοπία που έκανε τα πόδια να μοιάζουν κομμένα κι απίστευτα βαριά. Κάποιες μπαμπέσες πετούσαν από το πουθενά με τον ίδιο προορισμό. Σαν λύκοι μέσα στο δάσος κρυμμένοι, αντάλλαζαν κακαρίσματα πότε πότε τα οποία ουδόλως κουβέντες τιμής δεν ήταν στην περδικίσια γλώσσα για τους θηρευτές τους. Περισσότερο για περιπαιχτικά σχόλια ακούγονταν και συνωμοτικές κουβέντες στ’ αυτιά του Μάριου, ο οποίος είχε καβατζάρει από το πείσμα του μέχρι τον δρόμο, πολλά χιλιόμετρα πάνω απ’ την ακτογραμμή, για να τις αναγκάσει να αυτομολήσουν και να πετάξουν στον κατήφορο εμπρός του.

Βράχια απότομα φάνηκαν να χαλάνε τα πονηρά σχέδια για περίπατο στις ρήγισσες. Είχε έρθει η στιγμή που τουφέκι και φτερά θα έδιναν την μάχη τους. «Τώρα σας έχω στριμώξει, αυτό ήταν!» σκέφτηκε και αποφάσισε να πιει λίγο νερό –εις υγεία του κουράγιου του- πριν αναμετρηθεί με τους τετραπέρατους φαντομάδες. Δεν πρόλαβε να βάλει το παγούρι στο στόμα του και να καταπιεί την πρώτη γουλιά, όταν ένα αυτοκίνητο σταμάτησε ξαφνικά κι ένας ντόπιος εμφανίστηκε με ένα κούρτσχααρ, γνώστης προφανώς του σουλάτσου των πουλιών. Οι πέρδικες όντας σε δύσκολη θέση πια, δεν άργησαν να ξεκολλάνε από παντού και να παίρνουν την κατηφόρα σαν σαΐτες. Δυο γρήγοροι ντουμπλέδες έριξαν στο χώμα δυο από αυτές, μαζί και το κουράγιο του Μάριου, όσο του είχε μείνει! «Τι είπες τώρα!» μονολόγησε κι αφού μάζεψε τα κομμάτια του, ανέβηκε πιο πάνω να συναντήσει τον μαστροχαλαστή του κόπου του, χωρίς φυσικά να έχει τίποτα μαζί του, παρά μονάχα με την τύχη του. Έτσι είναι το κυνήγι, δεν χαμογελά πάντα σε όλους.

Γνωρίστηκαν κι αντάλλαξαν ονόματα. «Χάρηκα, Γιώργος. Από πού έρχεσαι;» είπε ο ντόπιος. Εκείνος γύρισε, αγνάντεψε στο χάος και δείχνοντας κάμποσα ρέματα μακριά, του είπε «Να κάπου εκεί κάτω είναι το σκάφος δεμένο». «Μωρέ εσύ είσαι τρελός!» απάντησε ο ντόπιος, γύρισε την πλάτη του βιαστικά και έφυγε για να μην κολλήσει την τρέλα του Συριανού.

Ο Μήτσος κι ο Βαλσαμής ζώντας το δικό τους μαρτύριο, έδιναν άνισο αγώνα με βράχια και αγκαθωτά φρύγανα, ανεβαίνοντας τον δικό τους Γολγοθά. Τα μάτια του Μόργκαν είχαν γίνει κόκκινα από την κούραση, λες και ήταν ο γιος του δράκουλα, αναφέρει χαρακτηριστικά ο Βαλσαμής. Ούτε κι αυτός μπόρεσε να ανακόψει το κρυφτούλι που έπαιζαν με επιτυχία οι βασίλισσες του βουνού, που προφανώς γι’ αυτό τις λένε έτσι. Ήταν στο βασίλειο τους και έκαναν αυτές κουμάντο!


Η σκοπευτική δεινότητα του Μήτσου, του επέτρεψε να βάλει στον σάκο ένα μικρόσωμο θηλυκό –καθαρόαιμο δείγμα νησιωτικής, άγριας πέρδικας- αφού πρώτα τον έκανε να την ψάξει αρκετή ώρα, να περπατήσει πάρα πολύ και τέλος, να αναγκαστεί να την τουφεκίσει για δεύτερη φορά όταν στήθηκε στο χείλος του γκρεμού έτοιμη να κάνει το τελευταίο βήμα σαν Σουλιώτισσα και να χαθεί για πάντα.
Χρειάστηκαν τις οδηγίες των υπολοίπων, που τους έβλεπαν από μακριά, για να αποφύγουν αδιέξοδα και να κατέβουν στο σκάφος.


Η κάρπωση αυτού του ταξιδιού περιορίστηκε σε 2 πουλιά. Μια ο Μήτσος και μια ο Νίκος. Δυο πέρδικες όμως πονηρές, άγριες που έβαλαν σε μεγάλη δοκιμασία τις αντοχές των θηρευτών τους. Στόλισαν με δάφνες τα τουφέκια τους και έδωσαν ορισμό στο κυνήγι της πέρδικας ως «αντρική» υπόθεση! Κι αν ρωτάς για τα δικά μου περδικοκυνήγια, να σου πω ότι ακόμα γελάει ο Θεός για τα δικά μου όνειρα....

Δημοσιεύθηκε στο ένθετο περιοδικό του Ελεύθερου Τύπου ΚΥΝΗΓΙ στις 14/1/2015.

Δεν υπάρχουν σχόλια: