ΚΥΚΛΑΔΙΤΙΚΟΙ ΝΤΟΥΜΠΛΕΔΕΣ

«ὑγίειάν τε γὰρ τοῖς σώμασι παρασκευάζει καὶ ὁρᾶν καὶ ἀκούειν μᾶλλον, γηράσκειν δὲ ἧττον»

"Η ασχολία με το κυνήγι φέρνει υγεία στο σώμα, οξύνει την όραση και την ακοή και επιβραδύνει τα γηρατειά"

Από το μεγαλειώδες έργο του ιστορικού Ξενοφώντα 430π.χ. - 354π.χ. "Κυνηγετικός" τον 5ο π.χ. αιώνα

Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου 2011

Δεινόν τό γήρας, ου γαρ έρχεται μόνον…!


Από παιδιά μπλέξαμε μαζί στην ίδια την παρέα. Τα ίδια γούστα, τα ίδια χόμπι, ίδια κεφάλια αγύριστα!
Όταν ακόμα τα κεφάλια μας ήταν δασύτριχα. Ο Αντώνης, ο Κυριάκος κι εγώ. Βέβαια του Κυριάκου η κεφάλα επιμένει να μην λέει να μαδήσει, αλλά ένα ξέφωτο στο βάθος το βλέπεις. Μερόνυχτα ολόκληρα κάναμε σπονδές στον Διόνυσο, αδειάζοντας τις μπουκάλες από το χύμα ούζο του μπάρμπα Σιδερή στο Κίνι και την άλλη μέρα στην δουλειά, με το κεφάλι σαν 14αρα τηλεόραση από τον πονοκέφαλο!

Ο ένας στο εργοστάσιο του Καρέλα, ο άλλος στην οικοδομή κι εγώ στο συνεργείο. Ο Αντώνης να κοιμάται πάνω στα βαμβάκια, ο Κυριάκος να κουβαλάει τον ντενεκέ την λάσπη, λες και πήγαινε τον επιτάφιο κι εγώ, γονυπετής να ρίχνω έναν υπνάκο στα κλεφτά. Στηρίζοντας το κεφάλι μου σε καμιά σέλα μηχανής, την ώρα που άλλαζα λάδια.

Κυνήγι στο βουνό και στην πλατεία του νησιού, ψαρέματα αγκαλιά με ένα μπουκάλι ουίσκι στα Λαζαρέτα τρώγοντας για μεζέ, το τυρί για τους σαργούς, μηχανάκια φτιαγμένα και πέρα βρέχει. Έτσι πέρασαν τα χρόνια. Έτσι ανέμελα μπήκαμε στο λούκι, χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι, χωρίς να διαμαρτυρηθεί κανείς.

«Πάμε για καμιά τσίχλα την Κυριακή;» Ρώτησα. Όλοι στις επάλξεις, όλοι δήλωσαν παρών και έσο έτοιμος. Ήρθε το ξημέρωμα της Κυριακής και ο ένας μετά τον άλλον, πάρκαρε το αυτοκίνητο στο αυτοσχέδιο πάρκινγκ του Αργευτού. Τα όπλα στην πλάτη και δρόμο για το καρτέρι, μην τύχει και μας το πιάσουν. Κυριακή γαρ (που λέει και κάποιος φίλος) και ο κόσμος ψάχνει τρόπο να αποδράσει από τα δεσμά του μνημονίου, να ψυχαναλυθεί μόνος του με τον πλέον υγιέστερο και αποτελεσματικότερο τρόπο.

Η μικρή ανηφοριά άρχισε να βγάζει τα «ελαττώματα» του καθενός στην φόρα. «Το πόδι μου μ’ έχει ταράξει», «Η μέση μου με πονάει», «Το χέρι μου δεν με άφησε να κοιμηθώ όλο το βράδυ» κτλ κτλ Περισσότερο με ουρά υπερηλίκων στο ΙΚΑ μοιάζαμε, παρά με ευθυτενείς και λεβέντες κυνηγούς! Ο καφές, τα μπισκότα κανέλας και το καλαμπούρι στο καρτέρι, δάμασε το λαχάνιασμα που μας είχε κάνει να ανασαίνουμε σαν τρακτέρ. «Πάω να κάτσω απέναντι, έρχεται κόσμος και δεν θα βρω καρτέρι» είπα.

«Εγώ δεν κουνάω από δω» είπε ο Αντώνης. Ο Κυριάκος του χαμογέλασε υπονοώντας, ότι θα του έκανε παρέα. Ήταν η ώρα να σκάσει η βόμβα! «Δεν μου έχει έτοιμα και τα γυαλιά ο οπτικός, έχω αστιγματισμό» συνέχισε το κουμπαράκι μου, μισοκλείνοντας τα μάτια. «Κι εγώ, από τότε που μου μπήκε το γρέζι στο μάτι, βλέπω μια σκιά από τα αριστερά» συμπλήρωσε ο άλλος και οι δυο μαζί, γύρισαν και με κοιτούσαν. Εγώ λες και έβλεπα τα χαλάσματα της Βουλής μετά από την είσοδο απεργών, άρπαξα το τουφέκι μου και το έβαλα στα πόδια μονολογώντας «Ρε ένα μάτσο χάλια έχετε γίνει, πάρετε ένα ακορντεόν και αφήστε τις τσίχλες για όσους μπορούν και για όσους βλέπουν, αόμματος!». Σαν φυσικό επόμενο, ήταν να εισπράξω τις, καθόλου ευγενικές, ευχές τους και χαιρετισμούς με ανοιχτά όλα τα δάχτυλα.

Η πολλά υποσχόμενη μέρα ξημέρωσε και οι τσίχλες χυθήκαν στους αιθέρες και ήταν πολλές! Οι τουφεκιές έπεφταν ασταμάτητα για αρκετή ώρα. Κανείς από τα καρτέρια μας δεν έβγαινε να μαζέψει τα θηράματα, αφού δεν έπεφταν! Από δυο συμπαθητικά, τυφλά γερόντια δεν περίμενα κάτι άλλο. Εγώ όμως; Ο αρτιμελής; Αυτός που βλέπει σαν κουκουβάγια; Ο μικρότερος της παρέας; Τι έγινε ρε παιδιά; Γιατί δεν πέφτουν;

Σαν να μου φαινόταν ότι τα χέρια μου δεν ήταν αρκετά γρήγορα όπως παλιά. Τα μάτια μου ήθελαν περισσότερο φως για να δουλέψουν και τ’ αυτιά μου, δεν έπιαναν τον ήχο της τσίχλας στο χιλιόμετρο όπως συνήθιζαν.
«Τι έγινε πιτσιρικά;» με ρώτησε κάποιος από τους δυο. «Ρε με κολλήσατε, γερόντια» απάντησα. «Καλά να πάθεις, για να μην έχεις μεγάλη γλώσσα».

Τα πόδια μας αργά, μας γύριζαν πίσω στα αμάξια…άπραγους! «Εμείς δεν είμαστε κυνηγοί. Οι δεν βλέπω τίποτα, δεν ακούω τίποτα είμαστε, η χαρά του Αγγελέτου» είπα, βρίζοντας μαζί την ατυχία μας.
«Δεινόν το γήρας, ου γαρ έρχεται μόνον Νικόλα» απάντησε κάποιος δεν ξέρω ποιος, ίσως να μου φάνηκε!

Δεν θα γεράσω ποτέ στην ψυχή μου εγώ ρε! Πάντα θα νιώθω αυτός ο πιτσιρικάς, που αλώνιζε τα κακοτράχαλα της Σύρας. Πάντα στο μυαλό μου θα σμίγω με τους φίλους, για κυνήγι, κουβέντα, καμάκι και βόλτα με τις μηχανές!

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "ΚΥΝΗΓΙ" του Ελεύθερου Τύπου στις 5/12/11

Δεν υπάρχουν σχόλια: